lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ώριμος

Λεξικό: αγγλικά ώριμος
Μεταφράσεις: adult, incubate, maturate, mature, mellow, precociously, ripen, stir
ώριμος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dospělý, dospívat, dozrát, uzrát, vyspělý, vyspět, zralý, zrát
ώριμος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: reif, reifen
ώριμος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: moden, modne, voksen
ώριμος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: curar, madurar, maduro
ώριμος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aoûter, mûr, mûrir
ώριμος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: covare, maturare, maturo
ώριμος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: moden, modne
ώριμος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: зреть, назревать, поспевать, созревать
ώριμος στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: глядзець, спець, сьпелы, сьпець
ώριμος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kypsyä, varttua
ώριμος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: zreo
ώριμος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: érik
ώριμος στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: amadurecer, madurar, maduro, sazonado
ώριμος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: zrel
ώριμος στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: дозрівати, дозріти, доспіти, достигати, достигнути, зріти, спіліти, спіти, стигнути
ώριμος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dojrzewać
ώριμος στα πολωνική »