lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ώμος

Λεξικό: αγγλικά ώμος
Μεταφράσεις: arm, branch, shoulder, tone-arm, blade, blade-bone, paddle, scapula, spade, spatula, trowel, vane
ώμος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: paže, plec, plecko, rameno, ruka, křidélko, lopata, lopatka, špachtle, stěrka
ώμος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: achsel, arm, ast, schulter, zweig, blatt, flügel, schaufel, schulterblatt, spaten
ώμος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: aksel, arm, gren, skulder, skulderblad, spade
ώμος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: brazo, hombro, rama, espaldilla, espátula, omóplato, pala, paleta, paletilla
ώμος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bras, contre-fiche, épaule, abaisse-langue, aileron, aube, omoplate, pale, paleron, palette, pelle, petite, spatule, volet
ώμος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: braccio, bracciolo, ramo, spalla, badile, pala, paletta, scapola, spatola
ώμος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: aksel, arm, skulder, skuldra, skulderblad
ώμος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: плечо, рука, лопата, лопатка
ώμος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: arm, axel, skulder, skuldra, skulderblad
ώμος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: krah, sup, lopatë
ώμος στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: ръка, лопата, лопатка
ώμος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: плячо, рука, лапата, лапатка, рыдлёўка, шуфлік
ώμος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kodar, õlg, labidas
ώμος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: haara, hartia, käsivarsi, lapa, olka, olkapää, lapaluu, lapio
ώμος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: rame
ώμος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elágazás, folyóág, váll, lapocka
ώμος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: petys, ranka, šaka, kastuvas
ώμος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: braço, ombro, rama, ramo, espátula, pá, pala, paleta
ώμος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: braţ
ώμος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: rama, roka
ώμος στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: rameno
ώμος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: плече, весло, лопатка, флюгер
ώμος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ramię, łopatka
ώμος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

ώμος στα αγγλικα, ώμος πόνος, ώμος ανατομία, ώμος τενοντίτιδα, ώμος προς ενοικίαση, ώμος εικόνες, ώμοσ του κολυμβητή, ώμος μυς, ώμος άρθρωση, ώμος ορθοπεδικός