lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ύφεση

Λεξικό: αγγλικά ύφεση
Μεταφράσεις: abatement, depression, dumps, low, than, to
ύφεση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: deprese, skleslost, stlačení, než, nežli
ύφεση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: depression, tiefdruckgebiet, zyklone, niederung, tief
ύφεση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: hulning, lavtryk, en, end
ύφεση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: depresión, que
ύφεση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: dépression, que
ύφεση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: avvallamento, depressione, che, di
ύφεση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: depresjon, hulning, enn
ύφεση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: депрессия, уныние, чем
ύφεση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: beklämning, enn, lågtryck
ύφεση στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: depressioon, madalrõhkkond
ύφεση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: laskeuma, masennus, alakuloisuus, kuin, lamakausi
ύφεση στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: depresszió
ύφεση στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: depresia
ύφεση στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: depresja, niż
ύφεση στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: da
ύφεση στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: que
ύφεση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: ca
ύφεση στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: kakor, kot
ύφεση στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

ύφεση συνώνυμο, ύφεση 2013, ύφεση 2014, ύφεση στην ελλάδα, ύφεση μουσική, ύφεση λεξικό, ύφεση ορισμός, ύφεση 2012, ύφεση 2011, ύφεση στην οικονομία