lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ύφασμα

Λεξικό: αγγλικά ύφασμα
Μεταφράσεις: cloth, corpus, fabric, filling, linsey-woolsey, mackintosh, material, matter, sackcloth, stuff, canvas, sheet, clout, dishcloth, dishrag, mop, washcloth, wiper, baize, cardigan, jersey, linen, seersucker, tarpaulin, textile, texture, tissue, twill, web
ύφασμα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hmota, hmotný, látka, materiál, materiální, námět, pletivo, předmět, tkanina, tkanivo, věc, věcný, celtovina, plachta, plachtovina, hadr, ubrus, utěrka, sukno, předivo, textura, vazba
ύφασμα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gewebe, material, materie, stoff, tuch, werkstoff, zeug, plane, abwischlappen, lappen, putzlappen, wischlappen, element
ύφασμα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: dug, emne, klud, materiale, materie, materiel, stof, virke, kløede, manufaktur, tekstil
ύφασμα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: materia, material, paño, tejido, tela, baca, toldo, trapo, paľo
ύφασμα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: cotonnade, écarlate, étoffe, filoche, matériau, matériel, matière, source, tissu, bâche, banne, prélart, semoir, chiffon, frottoir, lavette, nappe, torchon, drap, mi-coton, mi-laine, texture, tissure
ύφασμα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: materia, materiale, stoffa, tessuto, panno, strofinaccio
ύφασμα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: emne, material, materiale, materie, materiell, stoff, tøy, virke, klut, klede, manufaktur, tekstil, vev
ύφασμα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вещество, материал, материальный, материя, ткань, брезент, полотнище, тряпка, сукно
ύφασμα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: material, stoff, tyg, klut, manufaktur, väv, vev
ύφασμα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: lënda
ύφασμα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: вещество, материал, материя, брезент
ύφασμα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: матерыя, матэрыял, сукно, тканіна, тканка
ύφασμα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: aine, kude, riie
ύφασμα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: aihe, aine, kangas, kudos, riepu, verka, aineellinen
ύφασμα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: materija, materijal, tkanina
ύφασμα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: anyag, fizikai, ruhaanyag, szövet, törlőrongy, posztó, szövedék, alapanyag, készítmény
ύφασμα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: audinys, materialinis, materialus, materija, medžiaga, medžiaginis, tekstilė, skuduras
ύφασμα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: decido, estofo, matéria, material, pano, substância, tecido, tela, toldo, trapo, pago, temido
ύφασμα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: material
ύφασμα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: blago
ύφασμα στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: materiál, tkanina, web
ύφασμα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: матеріал, тканина, брезент, полотно, скатерка, сукно, вігонь, замша, сплетення, текстура, тканину
ύφασμα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: materiał, płachta, ścierka, sukno, tkanina, tworzywo
ύφασμα στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

ύφασμα με το μέτρο, ύφασμα μουσελίνα, ύφασμα καναπέ, ύφασμα στα αγγλικά, ύφασμα καπιτονέ, ύφασμα και χώρος, ύφασμα κάμποτο, ύφασμα βουάλ, ύφασμα για παλτό, ύφασμα fleece