lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ύλη

Λεξικό: αγγλικά ύλη
Μεταφράσεις: matter, stuff, cloth, corpus, fabric, filling, linsey-woolsey, mackintosh, material, sackcloth, substance
ύλη στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hmota, hnis, látka, materiál, námět, podstata, předmět, věc, základ, hmotný, materiální, pletivo, tkanina, tkanivo, věcný
ύλη στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gewebe, material, materie, stoff, werkstoff, zeug, tuch, substanz, element
ύλη στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: emne, materiale, materie, stof, dug, klud, materiel, virke, substans
ύλη στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: humor, materia, material, paño, pus, tela, tejido, sustancia
ύλη στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: étoffe, matière, pus, substance, tissu, cotonnade, écarlate, filoche, matériau, matériel, source, corps, développateur, nutriment
ύλη στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: materia, sostanza, stoffa, materiale, tessuto
ύλη στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: emne, materiale, materie, puss, stoff, material, materiell, tøy, virke, substans
ύλη στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вещество, материал, материя, материальный, ткань, субстанция
ύλη στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: materia, materie, puss, stoff, material, tyg, ämne, materiell, substans
ύλη στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: вещество, материал, материя
ύλη στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: матерыя, матэрыя, матэрыял, рэчыва, субстанцыя
ύλη στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: aine, kude, riie
ύλη στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: aihe, aine, kangas, kudos, aineellinen
ύλη στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: materija, materijal, tkanina, supstanca
ύλη στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: anyag, fizikai, ruhaanyag, szövet, szubsztancia, alapanyag, készítmény
ύλη στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: medžiaga, audinys, materialinis, materialus, materija, medžiaginis, tekstilė
ύλη στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: estofo, matéria, material, pano, substância, tecido, tela, decido, pago, temido
ύλη στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: матеріал, матерія, тканина, агент, агентський, засіб, остача, повірений, посередник, представник, речовина, речовину, субстанція, фактор
ύλη στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: materia, materiał, substancja, tworzywo
ύλη στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: lënda
ύλη στα αλβανικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: material
ύλη στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: blago
ύλη στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: materiál, látka
ύλη στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

ύλη φυσικής α λυκείου, ύλη α λυκείου 2013-14, ύλη α λυκείου, ύλη α λυκείου 2014, ύλη χημείας α λυκείου, ύλη αεππ 2014, ύλη μαθηματικών α λυκείου 2013-14, ύλη πανελληνίων 2014 επαλ, ύλη φυσικής κατεύθυνσης β λυκείου, ύλη πανελλαδικών 2014