lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: όχημα

Λεξικό: αγγλικά όχημα
Μεταφράσεις: chaise, conveyance, craft, vehicle, carriage, cart, coach, hackney, automobile, car, chariot, van, wagon
όχημα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kočár, povoz, vehikulum, vozidlo, vůz, kára, vozík
όχημα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: fahrzeug, wagen, kutsche, vehemenz, vehikel, auto, fuhre, karren, kraftfahrzeug, kraftwagen, personenkraftwagen, personenwagen
όχημα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: køretøj, vogn, automobil, bil, kærre
όχημα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: automóvil, carruaje, coche, vehículo, carro, carroza, auto, carreta, carretilla
όχημα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: astronef, véhicule, voiture, berline, carrosse, phaéton, tandem, capoter, char, chariot, charrette, chartil, fourgon, guimbarde, van
όχημα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: automobile, carro, veicolo, carrozza, vettura, carretta, furgone
όχημα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: framkomstmiddel, kjøretøy, vogn, bil, brannbil, kjerre
όχημα στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: åkdon, färdmedel, fordon, kärra, vagn
όχημα στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: sõiduk, tõld
όχημα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ajoneuvo, auto, kärryt, vankkurit
όχημα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: kola, vozilo, kočija, auto, kolica
όχημα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: jármű, fogat, kocsi, autó, szekér, versenyszekér
όχημα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: priemonė, karieta, automobilis, vežimas
όχημα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: veículo, carro, carroça, carruagem, coche, auto, automóvel, caminhão
όχημα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pojazd, powóz, wehikuł, wóz
όχημα στα πολωνική »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: колесница, повозка, экипаж, воз, машина, телега, фура
όχημα στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: karrocë, veturë
όχημα στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: машына, калёсы
όχημα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: voz, avto
όχημα στα σλοβενική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: автомобил, колесница
όχημα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: car
όχημα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: auto
όχημα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: віз
όχημα στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

όχημα γενικής χρήσης steyr, όχημα του κορρέ, όχημα του πολυτεχνείου κρήτης, όχημα της πυροσβεστικής αναποδογύρισε στον κόμβο του αγίου παύλου, όχημα ανταλλακτικά, όχημα ορισμός, όχημα ειδικού σκοπού, όχημα συνώνυμο, όχημα αιαντας, όχημα διπλής προώσεως