lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: όριο

Λεξικό: αγγλικά όριο
Μεταφράσεις: ambit, border, borderline, bound, boundary, bourn, compass, customs, frontier, limit, line, minimum, pale, precinct, rope, terminable, abridgment, brake, confinement, constrain, constraint, delimitation, deprivation, limitation, qualification, reserve, restraint, restriction, stint, stringency
όριο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hranice, hraniční, limit, limita, mez, mezní, pohraniční, pomezí, pomezní, rozhraní, delimitace, donucení, nátlak, ohraničení, omezení, omezování, přinucení, restrikce, snížení, stísněnost, vymezení, zmenšení
όριο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abgrenzung, grenze, limes, mark, scheide, schranke, begrenzung, beschränkung, einschränkung, rahmen, restriktion
όριο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: begrænsning, grænse
όριο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: confín, frontera, límite, linde, raya, término, fronterizo, limítrofe, limitación, reducción, restricción
όριο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: barrière, danser, frontière, limite, borne, frontalier, limitrophe, circonscription, contrainte, délimitation, limitatif, limitation, réduction, restriction
όριο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: confine, frontiera, limite, termine, limitrofo, limitazione
όριο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: grense, skille, begrensning, isolat, restriksjon
όριο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: граница, предел, пограничный, предельный, ограничение, ущемление
όριο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: gräns, begränsning, bundenhet, inskränka, inskränkning, isolat, restriktion
όριο στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: cak, kufi
όριο στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: граница, ограничение
όριο στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: граніца, мяжа, рубеж, абмежаванне
όριο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: piir, kitsendus
όριο στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: raja, rajoitus
όριο στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: granica, kraj
όριο στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: riba, siena
όριο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: confins, fronteira, limite, raia, término, limitais
όριο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: limita
όριο στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: блідий, верховина, вершина, вишикувати, вишикуватися, відділ, відділення, відзначати, відзначити, відмітити, відмічати, відтиск, генеалогія, границя, дивізія, діапазон, ділення, закінчення, зблідлий, зморшка, знак, колія, кордон, лінія, марка, масштаб, межа, межень, межі, мітка, найвищий, обмеження, обмежити, обмежувати, обрис, обсяг, ознака, околиці, оцінка, поділ, позначати, позначення, позначити, позначка, покажчик, помітити, помічати, прикмета, прикордонний, припинення, риска, розділ, розмах, розподіл, ряд, слід, стрибати, тьмяний, тягнутися, упор, черга, штамп, властивість, кваліфікація, лімітування, стрибнути, стрибок, якість
όριο στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: granica, graniczny, ograniczenie
όριο στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: határ, korlátozás
όριο στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: limit
όριο στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

όριο μηνιαίας δαπάνης εοπυυ, όριο φτώχειας, όριο αλκοτεστ, όριο συναλλαγών με μετρητά 2014, όριο ακολουθίας, όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας 2014, όριο απουσιών, όριο συνταγογράφησης, όριο αφορολόγητου, όριο απουσιών στο δημοτικό σχολείο