lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: όρεξη

Λεξικό: αγγλικά όρεξη
Μεταφράσεις: appetite, desire, intemperate, greed, lust, prurience, thirst
όρεξη στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: choutka, chuť, touha, žádostivost, chamtivost, chtivost, hltavost, hrabivost, lačnost, nenasytnost, přání, tužba, žádost, žízeň, žravost
όρεξη στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: appetit, begierde, geiz, gier, hunger, lust, sucht, verlangen
όρεξη στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: appetit, grådighed, griskhed, iver, lyst, ønske, tørst
όρεξη στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: apetito, gana, anhelo, ansia, avaricia, avidez, deseo, hipo
όρεξη στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: appétit, ambition, avidité, convoitise, désir, insatiabilité, passion, soif
όρεξη στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: appetito, ansia, avidità, brama, bramosia, cupidigia, desiderio, sete, smania, uzzolo
όρεξη στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: appetitt, matlust, begjær, gjerrighet, iver, lyst, ønske, tørst
όρεξη στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: аппетит, вожделение, жадность, жажда, желание
όρεξη στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: aptit, matlust, åtrå, begär, iver, lyst
όρεξη στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: апетыт, прага, смага
όρεξη στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: isu, aplus, himu, iha, ihaldama
όρεξη στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ruokahalu, halu, himo, intohimo
όρεξη στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: étvágy, vágy, kapzsiság, szomjúság
όρεξη στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: apetitas, gobšumas, godumas, noras
όρεξη στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: apetite, desejo, desfasado, gana, avidez
όρεξη στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: apetit
όρεξη στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: апетит, жага, спрага
όρεξη στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: apetyt, żądza
όρεξη στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: dëshirë
όρεξη στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: желание
όρεξη στα βουλγαρικά »

Σχετικές λέξεις

όρεξη συνώνυμα, όρεξη να χεις πολίχνη, όρεξη να χεις, όρεξη για διάβασμα, όρεξη για τίποτα, όρεξη να χεις ασπροπυργος, όρεξη στην εγκυμοσύνη, όρεξη να χεις αχαρναι, όρεξη για ζωή, όρεξη για δουλειά