lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: όργανο

Λεξικό: αγγλικά όργανο
Μεταφράσεις: apparatus, organ, appliance, implement, implementing, instrument, tool, utensil, attachment, device, gadget, pointer, ruler, toaster
όργανο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: aparát, orgán, přístroj, ústrojí, zařízení, nástroj, pomůcka, stroj, strojek
όργανο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: apparat, gerät, organ, vorrichtung, instrument, werkzeug, vorratskammer
όργανο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: apparat, organ, redskab, instrument, middel, værktøj
όργανο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aparato, órgano, artefacto, artilugio, herramienta, instrumento, utensilio, dispositivo
όργανο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: appareil, organe, engin, instrument, outil, snobisme, curvimètre, dispositif, fluviomètre, gadget, intégrateur, lactodensimètre, machin, oléomètre, pare-feu, percolateur, pèse-sel, polissoir, porte-amarre, remontoir, tapette, uromètre, vide-pomme
όργανο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: apparecchio, organo, arnese, attrezzo, congegno, meccanismo, mezzo, strumento, utensile, dispositivo
όργανο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: innretning, organ, apparat, instrument, middel, redskap, verktøy
όργανο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: орган, прибор, инструмент, орудие, утилита, приспособление
όργανο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: attiralj, organ, apparat, instrument, redskap, verktyg, grej
όργανο στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: organ, mjet, vegël
όργανο στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: орган, прибор, инструмент, приспособление
όργανο στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: elund, tööriist, seade
όργανο στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: elin, koje, laite, vehje, ase, kalu, työkalu, välikappale, väline, aparaatti
όργανο στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: aparat, organ, uređaj, alat, instrument, oruđe, naprava
όργανο στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: érzékszerv, orgona, szerv, eszköz, szerszám, készülék, műszer
όργανο στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: aparatas, organas, prietaisas, instrumentas, įrankis
όργανο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aparato, aparelho, instrumento, máquina, órgão, artefacto, implemento, artificio, dispositivo
όργανο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: aparat
όργανο στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: агентство, агенція, орган, представництво, прибор, апарат, гармата, двигун, знаряддя, інструмент, машина, механізм, прилад, рушій, адаптація, вигідний, вигідність, влаштування, девіз, домовленість, допоміжний, емблема, житло, застосування, корисність, кредит, кубло, настройка, перенавчання, переробка, план, погодження, позика, поняття, прилаштування, приміщення, пристосування, пристрій, притулок, регулювання, рентабельний, реорганізація, розквартирування, розміщення, угода, улаштування, устрій, форма
όργανο στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: narząd, narzędzie, przyrząd
όργανο στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: інструмент, снасьць, апарат, машына, прыбор, прыстасаванне, прыстасоўванне
όργανο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: nástroj
όργανο στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

όργανο πιστοποίησης ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, όργανο κοιλιακών star trainer, όργανο μέτρησης πίεσης ελαστικών, όργανο κοιλιακών, όργανο μέτρησης υγρασίας, όργανο εκγύμνασησ κοιλιακών, όργανο για κοιλιακούς, όργανο μέτρησης κενού, όργανο μέτρησης θορύβου, όργανο εντοπισμού καλωδίων - βραχυκυκλώματος