lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: όραση

Λεξικό: αγγλικά όραση
Μεταφράσεις: aspect, cityscape, examine, lookout, look-out, outlook, panorama, prospect, scene, sight, spectacle, view, vision, vista, interview, visioning, eyesight, gaze, scrutinizing, apparition, eidolon, ghost, phantasm, phantom, spectre, spook, wraith
όραση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: aspekt, divadlo, hledisko, náhled, názor, perspektiva, podívaná, pohled, přízrak, průhled, rozhled, spatření, stránka, tvářnost, úmysl, vidění, vidina, vize, výhled, vyhlídka, výjev, výraz, vzezření, vzhled, zrak, zřetel, schůzka, hledět, duch, fantom, mátoha, objevení, přelud, strašidlo, zjev, zjevení
όραση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anblick, ansicht, ausblick, aussicht, blick, durchblick, perspektive, sicht, überblick, vision, begegnung, interview, erscheinung, gesicht, augenlicht, sehkraft, sehvermögen, echobild, geist, geistererscheinung, gespenst, schreckgespenst, spuk
όραση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: åsyn, blik, panorama, påseende, perspektiv, sigte, sit, skue, syn, udsigt, visa, vy, interview, ånd, spøgelse
όραση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: apariencia, aspecto, espectáculo, perspectiva, visión, vista, entrevista, mirada, aparecido, aparecimiento, aparición, espanto, espectro, fantasma
όραση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: air, aspect, connaître, panorama, perspective, spectacle, vision, vue, entrevue, prescience, regard, regarder, apparition, fantôme, spectre
όραση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: apparenza, aspetto, prospettiva, spettacolo, veduta, visione, vista, visuale, abboccamento, colloquio, sguardo, apparizione, fantasma, fenomeno, spettro, spirito
όραση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: åsyn, overblikk, panorama, påseende, perspektiv, sikt, sikte, skue, skuespill, syn, utsikt, utsyn, visa, visjon, vy, intervju, blikk, titt, gjenferd, spøke
όραση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вид, зрелище, зрение, пейзаж, видение, взгляд, привидение, призрак
όραση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anblick, åsyn, panorama, påseende, sikt, sikte, syn, utsikt, visa, vy, vision, blick, titt, andeväsen, skepnad, spöke, vålnad
όραση στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: вид, зрение, перспектива, привидение, призрак
όραση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: nägemine, intervjuu, kummitus, vaim
όραση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ilmestys, katsanto, näkeminen, näkemys, näkö, näköaisti, näköala, näky, näkymä, näytelmä, keskustelu, katse, aave, haamu, kummitus
όραση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pogled, predstava, vid, razgovor, duh, sablast
όραση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kilátás, körkép, látkép, látomás, látvány, megvilágítás, panoráma, vízió, látás, nézés, kísértet, szellem
όραση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: reginys, interviu, pokalbis, dvasia, šmėkla, vaiduoklis
όραση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aparência, aspecto, espectáculo, forma, gesto, modalidade, olhadela, perspectiva, porte, semblante, visão, vista, entrevista, visione, mirada, olhar, aparecido, aparição, espectro, fantasma
όραση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: aspect, vedere
όραση στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: zrak
όραση στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: аспект, бачення, брова, вигляд, вид, види, виставляння, виступ, експозиція, засіб, зір, зовнішність, краєвид, кругозір, метод, образ, опис, панорама, перспектива, пильність, поза, порода, породи, постава, поставити, поява, пояснення, режим, різновид, різноманітність, роди, розмаїтість, спосіб, ставити, схожість, фасон, вогник, запалити, запалювати, засвітити, легкий, освітити, світлий, світло, домовик, мара, привид, привід, примара, примару, фантом
όραση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: widok, widzenie, wizja, wzrok, zjawa
όραση στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: vízia, duch
όραση στα σλοβακική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: зрок, здань, мара, прывід
όραση στα λευκορωσίας »

Σχετικές λέξεις

όραση γάτας, όραση γραφικές τέχνες, όραση υπολογιστών, όραση σκύλων, όραση με σμίκρυνση, όραση βρεφους, όραση στα βρέφη, όραση νεογέννητου, όραση ζώων, όραση ονειροκρίτης