lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: όπλο

Λεξικό: αγγλικά όπλο
Μεταφράσεις: arm, arms, bough, firearm, gun, lance, weapon, weaponry, gat, rifle
όπλο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: zbraň, kulovnice, puška, ručnice
όπλο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: waffe, büchse, geschütz, gewehr
όπλο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: gevær, våben, karabin, riffel, rigle, skydevåben
όπλο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: arma, hierro, trasto, carabina, escopeta, fusil, rifle
όπλο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: arme, engin, salle, carabine, fusiforme, fusil, mitrailleuse
όπλο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: arma, carabina, fucile, schioppo
όπλο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: gevær, skytevåpen, våpen, verge, børse, bøssa, karabin, rifle
όπλο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: оружие, винтовка, орудие
όπλο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: vapen, våpen, bössa, gevär
όπλο στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: оръжие
όπλο στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: relv, püss, vintpüss
όπλο στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ase, aselaji, kivääri, pyssy
όπλο στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: oružje, puška
όπλο στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fegyver, karabély, puska
όπλο στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: ginklas, šautuvas
όπλο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: arma, carabina, espingarda, fuzil, rifle
όπλο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zbraň, puška
όπλο στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: broń, karabin
όπλο στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: pushkë
όπλο στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: вінтоўка, стрэльба
όπλο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: puška
όπλο στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: гвинтівка, рушниця
όπλο στα ουκρανικά »