lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: όνομα

Λεξικό: αγγλικά όνομα
Μεταφράσεις: appellation, denomination, name, surname, call, term
όνομα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: jméno, název, označení, pojmenování, jmenovat, nazvat, nazývat, nominovat, označit, pojmenovat, povolat, přivolat, říkat, uvádět, uvést, volat, vyjmenovat, vyžadovat, vyzvat, zavolat
όνομα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bezeichnung, name, titel, familie, familienname, nachname, zunahme, zuname, anrufen, benennen, heißen, nennen, rufen, telefonieren, zitieren
όνομα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: navn, efternavn, familienavn, kalde, kallas, opkald, råbe, ringe, telefonere
όνομα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: apellido, denominación, nombre, apellidar, denominar, llamar, llamarse, mencionar, nombrar, nominar
όνομα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: appellation, dénomination, désignation, nom, appeler, baptiser, citer, définir, dénommer, étiqueter, nommer, qualifier, sommer
όνομα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: denominazione, nome, cognome, chiamare, chiamarsi, denominare, nominare
όνομα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: navn, etternavn, familienavn, slektsnavn, heta, hete, kallas, kalle, nevne
όνομα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: имя, название, наименование, обозначение, фамилия, величать, звать, именовать, называть, нарекать, обзывать, прозывать
όνομα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: benämning, namn, efternamn, familjenamn, heta, hete, kallas, kalle
όνομα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: emër, mbiemër, quaj
όνομα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: име, название, наименование, назовавам
όνομα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: назва, клiкаць, клікаць, называць, паведамляць
όνομα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: nimi, nimitys, kutsua, mainita, nimetä, sanoa
όνομα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: ime, nazivanje, nazvati
όνομα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elnevezés, megjelölés, megnevezés, név, vezetéknév, hívják, nevezik
όνομα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: pavadinimas, vardas
όνομα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: apelido, nobre, nome, título, chamar, denominar, mencionar, motejar, nomear
όνομα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: ime, poklicati
όνομα στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: деномінація, назва, назву, називання, найменування, прізвище, фамілія, висловіться, виставити, виставляти, декларувати, заявити, заявляти, іменувати, іменуйте, кваліфікувати, навчатися, навчити, навчитися, назвати, назвіть, називати, оголосити, оголошувати, поіменувати, призначати, призначити, призначте, проголосити, проголошувати
όνομα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: nazwa, nazwisko, nazywać
όνομα στα πολωνική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: chema, cita
όνομα στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

όνομα ζώο πράγμα, όνομα από ω, όνομα συμβάντος προβλήματος bluescreen, όνομα από ψ, όνομα προγράμματος σπουδών, όνομα του ρόδου, όνομα συμβάντος προβλήματος appcrash, όνομα και μη χωριό, όνομα σκυλιών, όνομα skype