lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ωφέλιμος

Λεξικό: αγγλικά ωφέλιμος
Μεταφράσεις: beneficent, beneficial, benevolent, benign, charitable, kindly, salutary
ωφέλιμος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: blahodárný, dobročinný, dobrotivý, laskavý, lidumilný, milosrdný, shovívavý
ωφέλιμος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: mild, mildherzig, wohltätig, wohltuend
ωφέλιμος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: velvillig
ωφέλιμος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: benéfico, bienhechor, caritativo
ωφέλιμος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bienfaisant, charitable, philanthropique
ωφέλιμος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: benefico, caritatevole
ωφέλιμος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: veldedig, velgjørende, velvillig
ωφέλιμος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: благотворен, благотворительный, благотворный, милосердный
ωφέλιμος στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дабратворны, дабрачынны, жыватворны
ωφέλιμος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ihmisystävällinen
ωφέλιμος στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: jótékony
ωφέλιμος στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: benéfico, caritativo
ωφέλιμος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: priaznivý
ωφέλιμος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: благодійний, благодійницький, благотворний, благочинний, великодушний, вигідний, вигода, добро, добродійний, добродчинний, доброзичливий, доброчинний, корисний, милосердний, милостивий, цілющий
ωφέλιμος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dobroczynny
ωφέλιμος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

ωφέλιμος συνώνυμα, ωφέλιμοσ χώροσ