lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ψηφοφόρος

Λεξικό: αγγλικά ψηφοφόρος
Μεταφράσεις: elector, voter, constituency
ψηφοφόρος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kurfiřt, volič
ψηφοφόρος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: kurfürst, wähler, wahlmann, wählende, wahllosigkeit
ψηφοφόρος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: kurfyrste
ψηφοφόρος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: elector
ψηφοφόρος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: électeur
ψηφοφόρος στα γαλλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: elektor, kurfyrste, velger
ψηφοφόρος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: избиратель, выборщик
ψηφοφόρος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: elektor, valman
ψηφοφόρος στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: valija
ψηφοφόρος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: äänestäjä, valitsija
ψηφοφόρος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: birač
ψηφοφόρος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: választó, választófejedelem
ψηφοφόρος στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: selector
ψηφοφόρος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: elektor, wyborca
ψηφοφόρος στα πολωνική »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: elettore
ψηφοφόρος στα ιταλικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: выбаршчык
ψηφοφόρος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: volič
ψηφοφόρος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: балотування, виборець, вотум, голос, голосування, голосувати, проголосувати, складовий, установчий, ухвала
ψηφοφόρος στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

ψηφοφόρος χρυσής αυγής ετών 25