lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ψεύτικος

Λεξικό: αγγλικά ψεύτικος
Μεταφράσεις: errant, erratic, erroneous, fallacious, fallacy, false, faulty, incorrect, mistaken, vicious, wrong, wronged, deceit, duplicity, falsehood, falsify, obliquity, base, bastard, bogus, cattish, counterfeit, double-tongued, fake, faked, off-key, phoney, self-righteous, sham, snide, spurious, supposititious, trumped-up, two-tongued, unsound, untrue, untruthful, lying, mendacious, untruth
ψεύτικος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bloudící, bloudivý, bludný, chybný, defektní, falešně, falešný, klamný, lži, mylný, nepravda, nepravdivý, nepravý, neřestný, nesprávný, pochybený, porušený, potulný, těkavý, vadný, lež, lhaní, domnělý, falzifikát, fingovaný, lživý, padělek, podvrh, předstíraný, prolhaný, umělý, zrádný, vylhaný
ψεύτικος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abwegig, falsch, fehlerhaft, inkorrekt, irre, irrig, irrtümlich, lasterhaft, schief, unecht, unrichtig, unzutreffend, verkehrt, falschheit, lüge, fälschlich, erlogen, lügenhaft, lügnerisch, unwahr, verlogen, märchen, unwahrheit
ψεύτικος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: falsk, mangelfuld, usand, løgn, gal, vrang, løgnagtig, uvirkelig
ψεύτικος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: defectuoso, desacertado, errante, errático, erróneo, falso, vicioso, falsedad, mentiroso, supuesto, embustero, engañoso, mentira
ψεύτικος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: défectueux, erroné, fautif, faux, hagard, mensonge, cheveux, discordant, fau, mensonger, mielleux, paralogisme, simulé, supposé, traître, menteur, contrevérité, bâtard, fantaisiste
ψεύτικος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: difettoso, errante, errato, erroneo, falso, fasullo, guasto, infido, posticcio, sbagliato, scorretto, vizioso, bugia, menzogna, menzognero, stonato, bugiardo
ψεύτικος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bakvendt, falsk, feil, feilaktig, forkjært, mangelfull, urett, uriktig, usann, løgn, usannhet, gal, uekte, vrang, løgnaktig, irreell, uvirkelig
ψεύτικος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ложный, неверный, ошибочен, ошибочный, поддельный, фальшивый, ложь, неправда, фальшивость, фальшь, лжив, лживый, ложен, фальсифицирован, фальсифицированный, фальшив
ψεύτικος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: fel, felaktig, mangelfull, falsk, oäkta, oriktig, vrång, lögnaktig, osanning, irreell, osann
ψεύτικος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: памылковы, ілжывы, несапраўдны, няправільны, падроблены, фальсіфікаваны, фальшывы, штучны
ψεύτικος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: vale, võlts
ψεύτικος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: väärä, vale, epätosi
ψεύτικος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: lažan, laž
ψεύτικος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elhibázott, hibás, téves, hamis, hazug, nemde, valótlanság
ψεύτικος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: klaidingas
ψεύτικος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: desacertado, erróneo, falso, incorrecto, vicioso, falaz, gazeou, impostor, mentiroso, mentira
ψεύτικος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: fals
ψεύτικος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: napačen
ψεύτικος στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: дефектний, зіпсований, недосконалий, нездоровий, неправильний, помилковий, порочний, хибний, неправда, брехливий, від-ключовий, двоєдушний, дволичний, малюється, невірний, ненадійний, неправдивий, несправжній, обманливий, обманний, підроблений, симулюється, фальшивий, віроломство
ψεύτικος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: błędny, fałsz, fałszywy, kłamliwy, nieprawda, nieprawdziwy
ψεύτικος στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: rrenë
ψεύτικος στα αλβανικά »

Σχετικές λέξεις

ψεύτικος συνώνυμα, ψεύτικος ντουνιάς, ψεύτικος χλοοτάπητας, ψεύτικοσ κόσμοσ, ψεύτικος συναγερμός, ψεύτικος κισσός, ψεύτικος άνθρωπος, ψεύτικος φίλος, ψεύτικος είναι ο ντουνιάς στίχοι, ψεύτικος όρκος