lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: χωριστός

Λεξικό: αγγλικά χωριστός
Μεταφράσεις: distinct, extra, separable, separate, several, single, different, isolated
χωριστός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: jasný, oddělený, odlišný, rozdílný, rozličný, různý, separátní, zřetelný, zvláštní, jednotlivý, jiný, separovaný
χωριστός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abgesondert, getrennt, separat, vernehmlich, verschieden, abgesonderter, anders, apart, besondere, eigenartig, ungleich, gesondert
χωριστός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: adskille, adskilt, særskilt, separat, forskellig
χωριστός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: apartado, distinto, separado, diferente, individual
χωριστός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: distinct, séparé, différent, individuel
χωριστός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: distinto, separato, differente, difforme, diverso
χωριστός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: atskilt, særskilt, separat, forskjellig, ulik
χωριστός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: одиночный, отделен, отдельный, отчетливый, раздельный
χωριστός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: enskild, särskilt, separat, egenartad
χωριστός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: асобны, некаторы
χωριστός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: eraldi, eri, erinev
χωριστός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: erillinen, erityinen, erilaatuinen
χωριστός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: külön, különálló
χωριστός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: atskiras, skirtingas
χωριστός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: distinto, episódico, sendas, separado, diferente, diverso
χωριστός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: separat
χωριστός στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: виразний, відділений, декілька, декількома, декількох, деякі, кілька, кількома, кількох, окремі, осібний, розкиданий, чіткий, ясний, нетовариський, окремий
χωριστός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: oddzielny, odrębny, osobny
χωριστός στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: različiti
χωριστός στα κροατικά »