lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: χωλαίνω

Λεξικό: αγγλικά χωλαίνω
Μεταφράσεις: hobble, limp
χωλαίνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dopadat, kulhat, napadat, pajdat
χωλαίνω στα τσεχική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: halte, hinke, humpe
χωλαίνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: claudicar, cojear, empaquetar
χωλαίνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: boiter, clocher, claudiquer, clopiner, boite, boitiller, trébucher
χωλαίνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: zoppicare
χωλαίνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: halta, halte, hinke, humpe, linka
χωλαίνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: хромать, затыкать, прихрамывать, уснащать
χωλαίνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: halta, linka
χωλαίνω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: кульгаць
χωλαίνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: nilkuttaa
χωλαίνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: claudicar
χωλαίνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: şchiopăta
χωλαίνω στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: безвільний, зупинити, зупинитися, зупинка, зупиняти, зупинятися, кульгавість, кульгайте, кульгати, скакати, стрибати, стрибнути, стрибок, шкутильгати, скакнути, слабкий
χωλαίνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: chromać, kuleć, utykać
χωλαίνω στα πολωνική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: hinken, humpeln, lahmen
χωλαίνω στα γερμανικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bicegni, petyhüdt, sántítani
χωλαίνω στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

χωλαίνω συνώνυμα, χωλαίνω ετυμολογια, χωλαίνω σημασια, χωλαίνω λεξικό