lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: χτύπημα

Λεξικό: αγγλικά χτύπημα
Μεταφράσεις: blow, chop, coup, cue, hit, keystroke, shock, stroke, cast, dart, hurl, projection, shy, throw, toss, wave, backhand, bang, beat, beaten, box, buffet, bump, flap, heartbeat, impact, knock, percussion, ping, punch, put, putt, shot, slap, smash, strike, swipe, swoop, thump, wallop, whack
χτύπημα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: náraz, otřes, rána, ráz, srážka, tah, úder, úhoz, zásah, házení, házet, hod, hodit, hození, metání, pohled, projekce, promítání, průmět, troubit, vrh, vrhání, vrhat, vrhnout, vyhodit, vyhození, bití, bouchnutí, dopad, mávání, nápor, poklep, švih, tep, tlukot, útok, záchvat, zdvih
χτύπημα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: coup, hieb, schlag, schock, stoß, streich, guss, projektion, stadtverwaltung, staffel, würdigung, wurf, anprall, anschlag, aufschlag, einschlag, fick, herzschlag, kollision, treffer
χτύπημα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: chok, slag, støt, kast, kaste, anslag, bulk, dunk, tørn
χτύπημα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: choque, golpe, impacto, puñetazo, zumbido, arrojar, echar, lance, lanzamiento, lanzar, proyección, tirada, tirar, tiro, azote, batimiento, cornada, embate, encontrón, encuentro, galleta, palo, trompazo
χτύπημα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: atteinte, choc, coup, aperçu, corner, épure, ichnographie, jet, jetée, lancement, lancer, orthographie, penalty, projection, rétrospection, attaque, battement, beigne, débattement, éclat, frappement, heurt, impact, percussion, rebattement, secousse
χτύπημα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: botta, colpo, percossa, scontro, scossa, shock, tratto, urto, avventare, getto, lanciare, lancio, proiezione, scagliare, tiro, attacco, battere, battito, battuta, bussata, impatto, influsso, picchio, schianto
χτύπημα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: hogg, knuff, slag, støkk, støt, avstøpning, kast, slenge, spruta, anslag, bulk, dunk, innvirkning, rapp, skudd, tørn
χτύπημα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: удар, бросок, метание, посыл, швырок, биение, стук
χτύπημα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: knuff, slag, kast, spruta, anslag, bulk, rapp, stöt, törn
χτύπημα στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: удар
χτύπημα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: csapás, fújás, fúvás, ütközés, alaprajz, dobás, vetület, lebegés, löket, találat
χτύπημα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: smūgis, šokas, mesti, sviesti
χτύπημα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: choque, golpe, impacto, pancada, acometida, arrojar, atirar, lançamento, repente, tirada, tirar, zumbido
χτύπημα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: şoc, atac
χτύπημα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: úder, zdvih
χτύπημα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: удар, шок, боязкий, висота, виступ, вкидати, вкинути, закинути, кидати, кидатися, кидок, кинути, кинутися, крикун, линути, метання, метати, метнути, муляж, мчати, мчатися, натиск, нахил, падіння, полохливий, помчати, похваляння, проект, проектування, проекція, розташовувати, розташувати, соромливий, спішний, схил, шелестіти, шина, бити, бокс, брикати, брикатися, брила, вибирати, вибір, вибрати, визбирувати, висувати, висуватися, висунути, висунутися, відкриття, віяти, вражати, вразити, гідний, дмухати, дмухнути, дути, зарубка, збирати, здатний, зібрати, зірвати, касир, клеймо, коробка, котлета, куля, ложа, ляпати, набирати, набрати, обліковець, оповідач, пересувати, пересунути, підбирати, підібрати, підплигування, підходити, плескати, подути, приголомшувати, придатний, припадок, просувати, просуватися, просунути, просунутися, розбийте, рубати, сікти, січеник, скринька, скриня, скупчувати, страйк, страйкувати, струс, стук, стусан, укладати, укласти, шаткувати, шокувати, штовхати, штовхнути, ящик
χτύπημα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: cios, rzut, uderzenie
χτύπημα στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: кідок, удар
χτύπημα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: viskama, põrge
χτύπημα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: heitellä, heittää, heitto, isku, kolahdus, paiskata, lyönti
χτύπημα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: bacanje, baciti, hitac, sudar
χτύπημα στα κροατικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: goditje
χτύπημα στα αλβανικά »

Σχετικές λέξεις

χτύπημα στο νύχι, χτύπημα στο πόδι, χτύπημα σόντερς, χτύπημα στο δάχτυλο του ποδιού, χτύπημα στο πλευρό, χτύπημα στο μέτωπο, χτύπημα στην οικία του γερμανού πρέσβη, χτύπημα στο κεφάλι, χτύπημα στο μάτι, χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού