lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: χτυπώ

Λεξικό: αγγλικά χτυπώ
Μεταφράσεις: cut, hurt, injure, mangle, murder, mutilate, scar, slash, lacerate, stab, wound, alienate, discourage, offend, strike, chance, happen, hit, occur, bang, clack, clap, click, crack, crackle, dash, pop, slam, smack, beat, box, bump, butt, hammer, hurtle, impinge, knock, pluck, poke, slap, smite, bash, clobber, slog, smash, snap, swat, tomahawk, wipe, batter, beaten, blaze, cetacean, decay, demolish, pelt, pound, thump, whack
χτυπώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: komolit, mrzačit, poranit, posekat, poškodit, ranit, ublížit, zkomolit, zmrzačit, znetvořit, zohavit, zranit, urazit, bít, bouchnout, narazit, postihnout, praštit, překvapit, seknout, šokovat, tlouci, udeřit, uhodit, urážet, zasáhnout, bouchat, jiskřit, klepnout, krakovat, křupat, lupnout, mlaskat, plesknout, praskat, práskat, prasknout, rupat, tleskat, tlouct, třesknout, třísknout, zabouchnout, zaklapnout, zatleskat, bacit, klepat, mlátit, naklepat, napadat, napadnout, narážet, plácnout, plesknutí, porazit, šlehat, vrážet, vyklepat, zabouchat, zachvátit, zaklepat, zasahovat, připadnout, beranit, namlátit, upadat, zbít
χτυπώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: radebrechen, schneiden, verletzen, verwunden, blenden, schlagen, schockieren, treffen, gekracht, klappern, knacken, knallen, knattern, rattern, schnalzen, anprallen, anschlagen, aufschlagen, hauen, klopfen, prügeln, stoßen, gestaucht, gestoßen, prallen
χτυπώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: krænke, såre, banke, chokere, fornærme, slå, ramme, dundre, kalla, klikke, dunke
χτυπώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: estropear, herir, lacerar, lastimar, lisiar, mancar, mutilar, descalabrar, lesionar, ofender, agraviar, atronar, fulminar, golpear, acertar, atinar, chascar, chasquear, chisporrotear, crepitar, crujir, estallar, restallar, batir, chocar, fajar, latir, pegar, plantar, topar, topetar, vencer, zumbar, caer, derribar, derrumbar
χτυπώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: blesser, entailler, estropier, léser, mutiler, offenser, choquer, détonner, éblouir, foudroyer, frapper, clapper, claquer, craquer, crépiter, croquer, grésiller, péter, pétiller, attaquer, baffer, battre, fesser, heurter, percute, percuter, taper, télescoper, attiger, férir, tomber, toquer, crouler
χτυπώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ferire, ledere, abbagliare, colpire, fulminare, percuotere, picchiare, urtare, sbattere, bastonare, battere, bussare, cozzare, investire, sconfiggere, acchiappare, schiantarsi, sfasciare, pestare
χτυπώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: såre, blessera, såra, fornærme, hamna, hitta, landa, ramme, dundra, klikke, knaka, knalla, knatre, sprake, banke, dunke, hogge, slå, støta, støte, dunka
χτυπώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: изувечивать, калечить, коверкать, ушибить, ранить, уязвлять, обижать, поражать, разить, попасть, грохать, потрескивать, трещать, щелкать, щёлкать, приударять, ударять, ушибать, вдарить, приударить, ударить, валить, колотить, стукать
χτυπώ στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: калечыць, параніць, прям., раніць, выцяць, стукнуць, валіць, звальваць, калаціць, трэсці
χτυπώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: vigastama, haavama, peksma
χτυπώ στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: pahoittaa, runnella, sattua, silpoa, haavoittaa, loukata, sivaltaa, hakata, paiskata, iskeä, jyskyttää, kolhia
χτυπώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: sebesíteni, betalál, csapkod, kettyenés, ütni, verni, beleüt, elsodor, megütni
χτυπώ στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: įžeisti, sužeisti
χτυπώ στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: estropear, ferir, lacerar, lastimar, limiar, mutilar, vulnerar, lesionar, ofender, acertar, bater, golpear, maçar, malhar, percutir, ultrajar, chapear, crepitar, chocar, latir, pegar, topar, vencer, surgir
χτυπώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: răni, izbi, lovi, bate
χτυπώ στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: блокувати, знесилити, знесилювати, калічити, калічте, нівечити, рвоніть, спотворити, спотворювати, уріжте, шматуйте, шотландці, зашкодити, зернятко, кісточка, поранення, поранити, пошкоджувати, пошкодити, рана, ранити, травмувати, вдарити, викласти, застелити, класти, накривати, накрити, покладати, покласти, положення, положити, постелити, праця, робота, стелити, стук, стукати, стукатися, стукнути, стукнутися, удар, ударити, бити, валити, вирізати, вирізка, відрізаний, відрізати, вкидати, вкинути, загорода, зріз, калатайте, калатати, кидати, кидок, кинути, колотися, колотити, косити, метати, обстріл, переверніться, побийте, порвати, поривати, поріз, порізати, різати, розрізати, розтинати, скоротити, скорочення, скорочування, скорочувати, стригти, уступ, фасон, фунт, хутро, шити
χτυπώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kaleczyć, ranić, razić, trafić, trzaskać, uderzać, uderzyć, walić
χτυπώ στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: blessera, såra, chockera, hamna, hitta, landa, pricka, träffa, dundra, knaka, knalla, smälla, slå, stöta, dänga, dunka, prygla
χτυπώ στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: rrah
χτυπώ στα αλβανικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: tući
χτυπώ στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

χτυπώ νεκροί κι ανοίξτε μου, χτυπώ την πόρτα του θεού, χτυπώ συνώνυμα, χτυπώ ή χτυπώ, χτυπώ νεκροί, χτυπώ ονειροκριτης, χτυπώ κάρτα, χτυπώ στα αγγλικα, χτυπώ λεξικο