lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: χτίζω

Λεξικό: αγγλικά χτίζω
Μεταφράσεις: build, construct, edify, erect, raise, frame, develop, effect, execute, exercise, finish, fulfil, obey, perform, performed, ply, pursue
χτίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: budovat, postavit, povznést, sestrojit, stavět, vybudovat, vyrábět, vystavět, vztyčit, zbudovat, zhotovit, zřídit, cvik, dokončit, hrát, konat, naplnit, plnit, popravit, přednést, provádět, provést, realizovat, skončit, splnit, splňovat, tvořit, udělat, ukončit, uskutečnit, vykonat, vykonávat, vyplnit, vyplňovat, vyrobit, zastávat, způsobit
χτίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aufbauen, aufführen, aufrichten, bauen, erbauen, konstruieren, mauern, ausführen, ausüben, besorgen, erzeugen, herstellen, tun, üben, verrichten, vollstrecken, vollziehen, errichten
χτίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bygge, konstruere, opføre, tømre, betjene, fremstille, gøre, udføre
χτίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: construir, edificar, labrar, levantar, obrar, ajusticiar, cumplir, efectuar, ejecutar, ejercer, fabricar, realizar, verificar
χτίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bâtir, construire, édifier, ériger, flanquer, architecturer, accomplir, effectuer, exécuter, fabriquer, faire, microbus, pratique, réaliser, remplir, élever
χτίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: costruire, edificare, ergere, fabbricare, compiere, effettuare, eseguire, esercitare, fare, pratica, realizzare, rizzare
χτίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bygga, bygge, konstruere, oppføre, tømre, betjene, foredra, gjennomføre, gjøre, idka, iverksette, utføre, utøva, utøve
χτίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: сооружать, строить, конструировать, сконструировать, выполнять, делать, исполнять, построить, соорудить
χτίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bygga, uppföra, konstruera, idka, utföra, utöva
χτίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ndërtoj, ngre
χτίζω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: вырабляць, рабіць, строіць, здзяйсняць, напаўняць, рабiць
χτίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ehitama, täitma, teostama
χτίζω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: pystyttää, rakentaa, aikaansaada, laittaa, tehdä, toteuttaa
χτίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: építeni, építkezni, véghezvisz
χτίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: statyti, gaminti
χτίζω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: construir, edificar, erguer, erigir, levantar, obrar, acatar, ajustarias, efectuar, executar, fabricar, fazer, formar, realizar, verificar
χτίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: construi
χτίζω στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: graditi
χτίζω στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: будувати, збудувати, конструктор, конструювати, побудувати, сконструювати, споруджувати, спорудити, шикувати, вести, визволити, визволяти, викидання, викладати, викласти, виконайте, виконайтеся, виконати, виконувати, викупати, викупити, викуповувати, висловити, висловлювати, виступати, виступити, відвідати, відвідувати, відповідати, влаштовувати, влаштувати, врятувати, вчинити, вчиняти, завершити, завершіть, завершувати, задовольнити, задовольніть, задовольняти, зайнятися, засвідчити, засвідчувати, звільнити, звільняти, здійснити, здійсніть, здійснювати, зробити, зрозуміти, ніжний, перебувати, перебудьте, перевірити, перевірте, перевіряти, погашення, погоджуватися, погодитися, погодьтеся, позивати, поступатися, поступитися, представити, представляти, пропозиція, реалізувати, репрезентувати, робити, розуміти, рятувати, символізувати, стратити, страчувати, укладати, укласти, уособити, уособлювати, усвідомте, ходити
χτίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: budować, konstruować, skonstruować, wykonywać, zbudować
χτίζω στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: izvršiti, ostvariti
χτίζω στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

χτίζω ή χτίζω, χτίζω σπίτι μόνος μου, χτίζω σωστά εμένα, χτίζω σπίτι, χτίζω πέτρα, χτίζω δωρεάν, χτίζω πύργους στην άμμο, χτίζω ανακαινίζω, χτίζω μόνος μου, χτίζω ανακαινίζω περιοδικό