lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: χρόνος

Λεξικό: αγγλικά χρόνος
Μεταφράσεις: period, tense, tide, time, annum, twelvemonth, year
χρόνος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: čas, chvíle, dnešek, doba, epocha, období, perioda, poločas, současnost, ročník, rok
χρόνος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ausfallzeit, periode, sprechstunde, uhrzeit, zeilenvorschub, zeit, zeitabschnitt, zeitform, zeitpunkt, jahr, jahrgang
χρόνος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fortid, futurum, periode, præsens, tempus, tid, år, fødselsår
χρόνος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aburrir, epíteto, época, periodo, período, tiempo, aľo, año
χρόνος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: après-ski, après-souper, chauffe, chronométrer, cueillage, époque, harengaison, intermède, magistrature, moment, période, portée, présent, prétérit, rattraper, stage, temps, vacation, an, anneau, année, hiver
χρόνος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: epoca, momento, ora, periodo, tempo, annata, anno
χρόνος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fortid, framtid, futurum, klokkeslett, nåtid, oppta, periode, presens, tempus, tid, år, årstall, fødselsår, skuddår
χρόνος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: времечко, время, период, год
χρόνος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: tempus, tid, år, årtal
χρόνος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: afat, kohë, periudhë, mot, vit
χρόνος στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: време, период, година
χρόνος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: пагода, прошедшее, год
χρόνος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: aeg, aasta
χρόνος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: aika, aikakausi, ajanjakso, ajankohta, jakso, vuosi
χρόνος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: doba, razdoblje, vrijeme, godina
χρόνος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: idő, esztendő, év
χρόνος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: laikas, laikotarpis, metai
χρόνος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: época, hora, lapso, temporada, ano
χρόνος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: doba, leto
χρόνος στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: čas
χρόνος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: день, доба, мешкання, помешкання, проживання, прочитаний, прочитані, прочитати, тлумачити, час, читати, гартувати, загартовувати, загартувати, літа, привчати, привчити, рік, сезон
χρόνος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: czas, rok
χρόνος στα πολωνική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: an
χρόνος στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

χρόνος κομοτηνή, χρόνος έκδοσης διαβατηρίου, χρόνος ημιζωής, χρόνος προθρομβίνης, χρόνος ημίσειας ζωής, χρόνος περιοδικό, χρόνος αποφθέγματα, χρόνος απόκρισης, χρόνος βρασμού αυγού, χρόνος δημιουργίας οικοπέδου