lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: χρονιά

Λεξικό: αγγλικά χρονιά
Μεταφράσεις: annum, twelvemonth, year
χρονιά στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: ročník, rok
χρονιά στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: jahr, jahrgang
χρονιά στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: år, fødselsår
χρονιά στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aľo, año
χρονιά στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: an, anneau, année, hiver
χρονιά στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: annata, anno
χρονιά στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: år, årstall, fødselsår, skuddår
χρονιά στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: год
χρονιά στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: år, årtal
χρονιά στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: mot, vit
χρονιά στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: година
χρονιά στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: год
χρονιά στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: aasta
χρονιά στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: vuosi
χρονιά στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: godina
χρονιά στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: esztendő, év
χρονιά στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: metai
χρονιά στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: ano
χρονιά στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: an
χρονιά στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: leto
χρονιά στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: гартувати, загартовувати, загартувати, літа, привчати, привчити, рік, сезон
χρονιά στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: rok
χρονιά στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

χρονιά του αλόγου, χρονιά αλόγου, χρονιά του δράκου, χρονιά πολλα, χρονιά του φιδιού, χρονιά του φιδιού 2013, χρονιά του δράκου 2012, χρονιά καβάφη, χρονιά του λαγού, χρονιά του πιθήκου