lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: χρήση

Λεξικό: αγγλικά χρήση
Μεταφράσεις: appliance, application, consumption, employment, exercise, usage, use, employ, compliance, implementation, provision, supplication, convention, custom, fashion, gait, habit, idiosyncrasy, mode, ordinary, practice, praxis, tendency, way, wont
χρήση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: obyčej, píle, použití, pozornost, přiložení, uplatnění, upotřebení, užití, užívání, úzus, vynaložení, zaměstnání, zaměstnanost, zvyk, zvyklost, provádění, běžný, cvik, návyk, obvyklý, obyčejný, praktický, praxe, uzance, zkušenost
χρήση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anstellung, anwendung, aufgabe, beschäftigung, dienst, einsatz, gebrauch, inanspruchnahme, nutzung, verwendung, verwendurig, angewohnheit, brauch, brauchtum, gepflogenheit, gewohnheit, sitte
χρήση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: anvendelse, benyttelse, brug, brusk, almindelig, ordinær, praksis, sædvane, sædvanlig, skik, vane
χρήση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aplicación, empleo, uso, utilización, costumbre, hábito
χρήση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: application, emploi, usage, service, accommodation, coutume, habitude, ordinaire, pratique, us, usable
χρήση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: applicazione, consuetudine, diligenza, impiego, occupazione, sfruttamento, usanza, uso, abitudine, assuefazione, comune, costumanza, costume, ordinario, prassi, pratica, vezzo
χρήση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: anvendelse, arbeid, benyttelse, bruk, sysselsetting, hevd, praksis, sed, sedvane, skikk, tradisjon, vane
χρήση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: использование, обычай, употребление, угоду, применение, обыкновение, повадка, привычка
χρήση στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: zbatim, adet, zakon
χρήση στα αλβανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: töö, harjumus, komme, tava
χρήση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ahkeruus, käytäntö, käyttäminen, käyttö, kulutus, sovellutus, virka, tapa, tottumus
χρήση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: običaj, posao, zaposlenje
χρήση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: használat, alkalmazás, rendes, szokás
χρήση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: darbas, įpratimas, įprotis, paprotys
χρήση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aplicação, cargo, emprego, ofício, uso, utilizaria, aplicais, destino, costume, hábito, usara
χρήση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: użycie, użytek, zastosowanie, zwyczaj
χρήση στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: användning, bruk, tillämpning, praxis, sed, sedvänja, skick, tradition
χρήση στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: прымяненне, скарыстанне, ужыванне, звычай
χρήση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вживання, вжиток, діяльність, додаток, зайнятість, застосовування, застосування, заява, працевлаштування, програма, робота, служба, уживання, ужиток, договір, засіб, збори, звичай, звичка, зовнішність, конвенційний, конвенція, метод, практика, режим, спосіб, фасон
χρήση στα ουκρανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: обичай
χρήση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: navada
χρήση στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

χρήση εισαγωγικών, χρυσή ευκαιρία, χρήση προφυλακτικού, χρήση γης, χρήση συνώνυμα, χρήση συνώνυμο, χρυσή αυγή, χρήση του ν, χρήση του τελικού ν, χρήση πυξίδας