lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: χορηγώ

Λεξικό: αγγλικά χορηγώ
Μεταφράσεις: acknowledge, admit, allow, avow, award, bestow, concede, confer, confess, grant, own, pension, plead, pretend
χορηγώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dopřát, dovolit, dovolovat, doznat, poskytnout, povolit, přidělit, přijmout, připouštět, připustit, přisoudit, přiznat, přiznávat, propůjčit, strpět, udělit, uznat, uznávat, vyznat, vyzpovídat, zpovídat
χορηγώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anerkennen, bekennen, einlassen, gestehen, gewähren, zuerkennen, zugeben, zulassen, zusprechen
χορηγώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bekende, bevilge, indrømme, tilstå, vedgå
χορηγώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: adjudicar, admitir, aprobar, asignar, conceder, conferir, confesar, declarar, otorgar, reconocer
χορηγώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: accorder, admettre, allouer, attribuer, avouer, concéder, confesser, convenir, décerner, reconnaître
χορηγώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: accordare, ammettere, assegnare, attribuire, concedere, confessare, riconoscere, rivendicare
χορηγώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bekjenne, bevilge, erkjenne, godkjenne, godta, tilkjenne, tillate, tilstå, vedgå
χορηγώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: признавать, разрешать
χορηγώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: erkänna, instämma, tilldela
χορηγώ στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: pranoj
χορηγώ στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: пазнавацца
χορηγώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: möönma
χορηγώ στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: antaa, tunnustaa
χορηγώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dati, dopustiti, primiti
χορηγώ στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: adjudicar, admitir, conceder, conferir, confessar, declarar, outorgar, professar, reconhecer
χορηγώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: acorda, admite, recunoaşte
χορηγώ στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: dovoliti, priznati
χορηγώ στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: grant
χορηγώ στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: визнавати, визнаватись, визнаватися, визнайтеся, визнати, висловіться, впізнавати, впізнати, декларувати, довірте, довіряти, дозволити, дозвольте, дозволяти, запевніть, зізнаватися, зізнайтеся, зізнатися, оголосити, оголошувати, підтверджувати, підтвердити, погодьтеся, поступатися, поступитися, признавати, признаватись, признаватися, признати, признатися, приймати, прийміть, прийняти, припускати, припустити, проголосити, проголошувати, розпізнайтеся
χορηγώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przyznawać
χορηγώ στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

χορηγώ συνώνυμα, χορηγώ english, χορηγώ αντώνυμο, χορηγώ στα αγγλικά, χορηγώ μετάφραση, χορηγώ συνώνυμο, χορηγώ αγγλικα