lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: χερούλι

Λεξικό: αγγλικά χερούλι
Μεταφράσεις: handle, cringle, ear, tab, catching, clamper, clip, fang, grasp, grip, handhold, holder, lug, nip, shank, tag
χερούλι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: držadlo, držátko, klika, ouško, rukověť, střenka, topůrko, ucho, poutko, sluch, závěs, držák, konec
χερούλι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: griff, händchen, heft, henkel, stiel, ohr, bügel, halter, hand, schaft
χερούλι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: håndtag, hank, skaft, øre, hold
χερούλι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: agarradero, asa, astil, empuñadura, manija, manita, puño, oído, oreja, manecilla, mango
χερούλι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: anse, béquille, manche, manette, maniveau, menotte, poignée, queue, chas, oreille, orillon, maneton
χερούλι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ansa, manico, maniglia, manubrio, orecchia, orecchio, impugnatura, morsa, presa
χερούλι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: grep, håndtak, hank, skaft, øra, øre, grepp, hold
χερούλι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ручка, ухо, хватка
χερούλι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: handtag, hank, skaft, öra, öre, fäste, grepp, tag
χερούλι στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: dorezë, vesh
χερούλι στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ручка, вуха, вушы
χερούλι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kahva, ripa, varsi, korva
χερούλι στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kezecske, fül
χερούλι στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: rankena, ausis
χερούλι στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: asa, empurradora, mandrio, mango, manivela
χερούλι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вал, власник, вухо, вушко, вхопити, гомілка, держак, держатель, древко, затискати, затискувати, затиснути, корба, опора, орендар, рука, ручка, стискати, стискувати, схопити, гармата, канон, правило
χερούλι στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: rączka, ucho, uchwyt
χερούλι στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: ухо
χερούλι στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kõrv, sang
χερούλι στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: uho
χερούλι στα κροατικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: uhelj, uho
χερούλι στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

χερούλι χύτρας fissler, χερούλι πόρτας, χερούλι τσάντασ, χερούλι εξώπορτας, χερούλι ψυγείου bosch