lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: χειροκροτώ

Λεξικό: αγγλικά χειροκροτώ
Μεταφράσεις: applaud, clap, claque, flap, smack, acclaim, appetite
χειροκροτώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: aplaudovat, klepnout, plácnout, pleskat, plesknout, tleskat, zaklapnout, zatleskat
χειροκροτώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: applaudieren, klappen, klatschen, schnalzen, beklatschen
χειροκροτώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: applaudere, klappe
χειροκροτώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aplaudir, palmear, aclamar
χειροκροτώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: applaudir, claquer, acclamer
χειροκροτώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: acclamare, applaudire, conclamare
χειροκροτώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: applaudere, klappa, klappe, matlust
χειροκροτώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: аплодировать, хлопать, рукоплескать
χειροκροτώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: applådera, klappa, aptit, matlust
χειροκροτώ στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: апладзіраваць
χειροκροτώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: tapsolni
χειροκροτώ στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aplaudir, aprovar, aclamar, louvar
χειροκροτώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: аплодувати, аплодуйте, ляпати, плескати, схвалити, схвалювати, удар
χειροκροτώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: klaskać, oklaskiwać
χειροκροτώ στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

χειροκροτώ κλίση