lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: χειραφέτηση

Λεξικό: αγγλικά χειραφέτηση
Μεταφράσεις: emancipation, deliverance, liberation, deliver, disengagement, exemption, exoneration, quittance, redemption, release, riddance
χειραφέτηση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: emancipace, oproštění, osvobození, propuštění, uvolňování, vykoupení, vysvobození, porod, vydání, vyplacení, zproštění
χειραφέτηση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: emanzipation, befreiung, ausgabe, erlösung
χειραφέτηση στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: emancipación, liberación
χειραφέτηση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: émancipation, affranchissement, délivrance, libération, exemption, relaxation, relaxe, manumission
χειραφέτηση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: emancipazione, liberazione, esonero, scarcerazione
χειραφέτηση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: frigjørelse, befrielse, frigjøring, fritagelse, dispensasjon
χειραφέτηση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: эмансипация, освобождение, избавление
χειραφέτηση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: emancipation, befrielse
χειραφέτηση στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: еманципация, освобождение, избавление
χειραφέτηση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: emancipáció, felszabadítás, felszabadulás
χειραφέτηση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: emancipacija
χειραφέτηση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: emancipais, despido
χειραφέτηση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: emancypacja, oswobodzenie, uwolnienie, wyzwolenie
χειραφέτηση στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: befrielse, frigørelse, fritagelse
χειραφέτηση στα δανική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: апаражненне, апростванне, ачышчэнне, вызваленне, звальненне
χειραφέτηση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: oslobođenje
χειραφέτηση στα κροατικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вибачати, вибачення, вибачити, виголошення, визволення, викуп, виплата, виправдання, випуск, випускати, відшкодування, допомога, емансипація, звільнення, звільнити, звільнювати, звільняти, імунітет, квитанція, компенсація, контрибуція, недоторканість, оплата, передавати, передати, передача, підкріплення, пільга, повертання, полегшення, полегшити, полегшувати, привілей, причина, пробачати, пробачення, пробачити, простити, прощати, розмаїтість, розписка, розподіл, спокутування, виселення, відставка, відхилення, скидання, увільнення, випустити
χειραφέτηση στα ουκρανικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: lirim
χειραφέτηση στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: vapautus
χειραφέτηση στα φινλανδικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: oslobodenie
χειραφέτηση στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

χειραφέτηση συνώνυμο, χειραφέτηση ορισμός, χειραφέτηση γυναικας, χειραφέτηση της γυναίκας, χειραφέτηση λεξικό, χειραφέτηση των μαύρων