lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: χαμηλός

Λεξικό: αγγλικά χαμηλός
Μεταφράσεις: calm, gentile, gentle, low, mum, noiseless, orderly, peaceful, quiescent, quiet, reposeful, silent, silently, soft, still, tacit, tranquil, tubby, wordless, abroad, bottom, down, lower, lowered, base, briefer, deep, low-down, lowly, short, smallness, stunted, undersized, abject, blackguard, contemptible, dastardly, despicable, discreditable, ignoble, ignominious, mean, scummy, scurry, scurvy, shabby, small, sordid, vile, wicked
χαμηλός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bezhlučný, bezvětří, dolní, hluboký, jemný, klid, klidný, malý, mírný, mlčenlivý, mlčící, nehlučný, nerušený, nešlechetný, něžný, nízko, nízký, poklidný, pokoj, pokojný, potichu, povlovný, slabý, ticho, tichý, tlumený, vulgární, zamlklý, dole, dolejší, dolů, nižší, podřízený, spodek, spodní, úpatí, krátký, mrzký, podlý, prostě, stručný, hanebný, hnusný, odporný, špinavý, sprostý, zbabělý
χαμηλός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: friedlich, fromm, gelassen, geräuscharm, geräuschlos, leise, mild, niedrig, ruhig, sacht, sanft, schweigend, stilisiert, still, stillschweigend, weich, abwärts, untere, unterer, klein, kurz, nieder, tief, erbärmlich, gemein, mies, niederträchtig, schnöde
χαμηλός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: blid, blikstille, blød, lav, lydløs, mild, ro, rolig, sød, stilhed, stille, tyst, ussel, ned, nedad, nedre, gemen, kort, låg, lavt, lumpen, simpel, sjofel
χαμηλός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: apacible, bajo, blando, callado, mudo, quieto, silencio, silencioso, sordo, sosegado, suave, tácito, tranquilidad, tranquilo, abajo, inferior, grave, hondo, pequeño, vil, indigno, infame, ruin, soez
χαμηλός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bas, calme, coi, doux, feutré, paisible, petit, silencieux, tacite, terrain, tranquille, gerçure, inférieur, bref, grave, vil, bassement, inférieurement, petitement, abject, ignoble, lâche, sale
χαμηλός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: basso, blando, calma, calmo, cheto, lieve, mite, morbido, pacatezza, quiete, quieto, sereno, silenzioso, tacito, tranquillo, zitto, giù, inferiore, grave, abbietto, abietto, brutto, cattivo, codardo, ignobile, meschino, vile
χαμηλός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: blid, blikkstille, lav, lugn, lydløs, mild, myk, ro, rolig, søt, stilla, stille, stillferdig, stillhet, taus, tyst, ussel, nedre, djup, gemen, kort, låg, liten, lavt, hemsk, lumpen, nederdrektig, simpel, sjofel, skitten
χαμηλός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: безмолвный, бесшумен, бесшумный, кроткий, мирный, молчаливый, мягкий, небольшой, невысокий, низкий, покой, спокойный, спокойствие, тихий, нижний, низовой, низкоросл, низкорослый, низмен, низменный, низок, подлый
χαμηλός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: lugn, rolig, ställe, stilla, tyst, nedre, djup, låg, lav, last, gemen, hemsk, lumpen, simpel
χαμηλός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: бязгучны, бясшумны, нiзкi, панчоха, ціхі, ніжні, нізкі, подлы
χαμηλός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: leebe, madal, õrn, pehme, tüüne, vaikne, sügav
χαμηλός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: alava, alhainen, halpamainen, hento, hiljainen, tyyni, vieno, alempi, matala, kurja, häijy, inhottava, kehno
χαμηλός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: miran, nizak, donji, mali
χαμηλός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: alacsonyan, bársonyos, csend, kis, nyugodt, szelíd, alsó, alacsony, alávaló, aljas, hitvány
χαμηλός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: minkštas, ramumas, ramus, ramybė, švelnus, tyla, tylus, žemas, žemyn, gilus
χαμηλός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: baixo, brando, calado, calma, calmo, doce, macio, manso, meigo, mudo, plácido, quedo, quieto, sereno, sigiloso, silencio, silêncio, silencioso, sossegado, suave, tácito, tranquilo, inferior, cobarde, grave, vil, traidor
χαμηλός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: jos
χαμηλός στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: tih
χαμηλός στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: безгучний, безмовний, безшумний, брутальний, все-таки, досі, знижений, лагідний, мишачий, мовчазний, мовчати, невеликий, невисокий, недостатній, нерухомий, низький, низько, проте, слабкий, тихий, ще, знижувати, знижуватися, знизити, знизитись, нижній, нижче, нижчий, опускати, опускатися, опустити, опуститися, принижати, принизити, спускати, спускатися, спустити, спуститися, схилитися, база, базувати, бас, басовий, ганебний, гострий, жалюгідний, значити, мерзотний, могила, негідний, нечестивий, ношений, обшарпаний, огидний, означати, основа, підлий, підніжжя, підстава, пінистий, поважний, різкий, розташовувати, розташовуватися, розташувати, розташуватися, середина, середній, серйозний, сильний, сумний, фальшивий, червивий, боягуз, боягузливий, убогий, шолудивий
χαμηλός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: cichy, dolny, niski, nisko, podły
χαμηλός στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: odporný
χαμηλός στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

χαμηλός αιματοκρίτης, χαμηλός πλακούντας, χαμηλός αιματοκρίτης φαρμακα, χαμηλός όπως παλιά, χαμηλός αιματοκρίτης συμπτώματα, χαμηλός αιματοκρίτης 21, χαμηλός σίδηρος, χαμηλός σίδηρος και αιματοκρίτης, χαμηλός αιματοκρίτης και λευχαιμία, χαμηλός σιδηρος συμπτωματα