lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: χαλιναγωγώ

Λεξικό: αγγλικά χαλιναγωγώ
Μεταφράσεις: bridle, abstain, clod, contain, curb, deter, forbear, forgo, hinder, inhibit, keep, moderate, prevent, refrain, rein, restrain, stall, stop, withstand
χαλιναγωγώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: zäumen, zügeln, abbrechen, abhalten, aufhalten, einhalten, halten, unterdrücken
χαλιναγωγώ στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: arrendar, cintura, embridar, enfrenar, abstenerse, cohibir, detenerse, frenar, inhibir, mitigar, parar, pararse, refrenar, reportar, reprimir, restringir, retener
χαλιναγωγώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: brider, abstenir, arrêter, inhiber, réprimer, retenir
χαλιναγωγώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: imbrigliare, arrestare, astenersi, inibire, reprimere, ritenere, smettere, trattenere
χαλιναγωγώ στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: взнуздать, обуздать, приостанавливать, сдерживать, удерживать
χαλιναγωγώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: tygla, avstå, stanna
χαλιναγωγώ στα σουηδικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: okiełznać, powstrzymywać
χαλιναγωγώ στα πολωνική »
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bránit, držet, inhibovat, krotit, podržet, ponechat, potlačit, potlačovat, pozdržet, překážet, přerušit, přidržet, svírat, zadržet, zarazit, zastavit, zdržet
χαλιναγωγώ στα τσεχική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: holde, ophøre, standse, stoppe
χαλιναγωγώ στα δανική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avstå, stønna
χαλιναγωγώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ndaloj, përmbaj
χαλιναγωγώ στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: вылічаць, вылічваць, стрымліваць, утрымліваць
χαλιναγωγώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: pidättää, tukahduttaa
χαλιναγωγώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: visszatartani
χαλιναγωγώ στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abastecesse, coibir, deter, interromper, moderar, parar, parares, prender, reportar, reprimir
χαλιναγωγώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: opri
χαλιναγωγώ στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: ustaviti
χαλιναγωγώ στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zabrániť
χαλιναγωγώ στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вгамувати, витримати, влаштовувати, влаштувати, вмістити, вміщати, вміщувати, володіння, володіти, втримувати, гальмувати, гамувати, гребля, дамба, держати, дисциплінуйте, заборонити, забороняти, загальмувати, загата, задушіть, залишатися, залишитися, запруда, затримайте, затримати, затримувати, зберегти, зберігати, здержувати, змусити, змусьте, зупинятися, карати, корок, лишатися, лишитися, межа, містити, містіть, обмеження, обмежити, обмежувати, перебування, перешкоджати, перешкодити, підтримайте, підтримати, підтримувати, подавити, подавляти, пожити, покарати, придушити, придушувати, примусити, примушувати, пробка, провести, проводити, проживати, рефрен, стрибати, стрибнути, стрибок, стримати, стримувати, тамувати, тримати, триматися, удержати, удержувати, утримати, утриматися, утримувати, утримуватися
χαλιναγωγώ στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

χαλιναγωγώ συνώνυμο