lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: χέρι

Λεξικό: αγγλικά χέρι
Μεταφράσεις: hand, palm, arm, branch, leg, offshoot, spur, shoulder, tone-arm, handheld, manual, pa
χέρι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dlaň, ruka, obor, odbočka, odvětví, paže, rameno, rozvětvení, větev, plec, plecko, manuální, příručka, ruční
χέρι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: hand, handfläche, abteilung, abzweig, arm, ast, ausläufer, zweig, achsel, schulter, manuell
χέρι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: han, hånd, afdeling, arm, gren, aksel, skulder, håndbog
χέρι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: mano, palma, bifurcación, brazo, rama, hombro, manual, garra
χέρι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: avant-main, main, paume, branche, bras, embranchement, fauteuil, rameau, contre-fiche, épaule, manuel, gin, paluche
χέρι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: mano, palma, palmo, braccio, bracciolo, branca, frasca, ramo, spalla, manuale
χέρι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: hand, hånd, håndflate, arm, grein, aksel, skulder, skuldra, håndbok, hendig, manuell
χέρι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ладонь, ладошка, рука, ответвление, плечо, руководство, ручной
χέρι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: hand, arm, axel, skulder, skuldra, manuell
χέρι στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: dorë, pëllëmbë, krah, sup
χέρι στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: рука, плячо, ручны
χέρι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: peopesa, kodar, õlg, käsiraamat
χέρι στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: koura, haara, käsivarsi, hartia, lapa, olka, olkapää, käsi, käsikirja
χέρι στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dlan, ruka, rame, manualan, priručnik, udžbenik
χέρι στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: tenyér, elágazás, folyóág, váll, kézi, kéz, biccent
χέρι στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: ranka, šaka, petys, vadovėlis, žinynas
χέρι στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: mano, mão, palma, braço, perna, rama, ramo, ombro, manual, garra
χέρι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: roka, rama
χέρι στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: ruka, rameno
χέρι στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: рука, плече, покірний, приборкати, приборкувати, приручити, ручний, ручній, ручної, ручною, свійський
χέρι στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dłoń, odnoga, ramię, ręczny, ręka
χέρι στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: ръка, ръчен
χέρι στα βουλγαρικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: braţ
χέρι στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

χέρι του θεού, χέρι ονειροκρίτης, χέρι χέρι, χέρι ανατομία, χέρι του άδωνι, χέρι της φατιμά, χέρι μανιάτη, χέρι στισ καταθέσεισ, χέρι με χέρι, χέρι ξύλο