lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: φύση

Λεξικό: αγγλικά φύση
Μεταφράσεις: capacity, character, make-up, nature, overtone, spirit, spunk, temper, blood, self, wildlife
φύση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: charakter, duch, mysl, nálada, odvaha, osobnost, písmeno, povaha, příroda, přírodní, přirozenost, ráz, rys, vlastnost, znak, podstata
φύση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: art, beschaffenheit, charakter, eigenart, gemüt, laune, natur, naturell, persönlichkeit, stimmung, wesen
φύση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: egenskab, humør, karakter, natur, naturen, personlighed, stemning, art
φύση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: carácter, genio, humor, índole, naturaleza, temple
φύση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: caractère, envieux, humeur, nationalité, nature, naturel, essence, sciences, histoire
φύση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: carattere, indole, natura, simbolo, umore
φύση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: beskaffenhet, egenskap, gemytt, humør, karakter, natur, stemning, vesen, art
φύση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: нрав, природа, характер, натура
φύση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: beskaffenhet, egenskap, karaktär, karakter, natur, väsen, art
φύση στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: karakter, natyrë
φύση στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: буква, природа, характер
φύση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: laatu, luonne, luonteenlaatu, luonto
φύση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: narav, priroda
φύση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: jellem, sajátosság, természet, természetrajz
φύση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: asmenybė, charakteris, gamta, natūra, nuotaika, prigimtis
φύση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: carácter, génio, germanismo, humor, índole, maldade, natureza, temperamento, personalidade
φύση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: caracter, fire
φύση στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вдача, вдачу, диспозиція, композиція, натура, нирка, плісень, пліснява, природа, розміщення, розпорядження, склад, сутність, суттєвість, схильність, твір, утворення, формування, формувати, характер, шаблон, вид, грим, добрий, довічний, життя, косметика, різновид, сорт, тип
φύση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: charakter, natura, przyroda
φύση στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: характар
φύση στα λευκορωσίας »

Σχετικές λέξεις

φύση και άνθρωπος, φύση και θέση, φύση και ρομαντισμός, φύση ορισμός, φύση εικόνες, φύση 2000, φύση αποφθέγματα, φύση συνεργασίας, φύση και παρά φύση, φύση του φωτός