lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: φύλο

Λεξικό: αγγλικά φύλο
Μεταφράσεις: weed, sex
φύλο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: plít, pohlaví, sexualita
φύλο στα τσεχική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: escardar, sexo, sexualidad
φύλο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: sarcler, sexe, sexualité
φύλο στα γαλλικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: gjini
φύλο στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: пол, род
φύλο στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: падлога, пол
φύλο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: sugu
φύλο στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: suku, sukupuoli
φύλο στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: spol
φύλο στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: nem, szex
φύλο στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: lytis, seksualumas
φύλο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: género, pavimento, piso, sexo, sexualidade
φύλο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: spol
φύλο στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: sex
φύλο στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: лан, міст, настил, підлога, піл, полом, рід, тротуар
φύλο στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pleć, seks
φύλο στα πολωνική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: genus, geschlecht, sex, sexualität, sexus
φύλο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: køn
φύλο στα δανική »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: sesso
φύλο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: kjønn
φύλο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: пол, секс
φύλο στα ρωσικά »

Σχετικές λέξεις

φύλο συκής, φύλο εμβρύου, φύλο μωρού, φύλο και νέα εκπαιδευτικά και εργασιακά περιβάλλοντα στην κοινωνία της πληροφορίας, φύλλο εφημερίδας, φύλλο κρούστας, φύλλο κουρού, φύλλο χαρτί, φύλο και γλώσσα, φύλο άρρεν