lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: φωτίζω

Λεξικό: αγγλικά φωτίζω
Μεταφράσεις: illuminate, light, lighten, beam, blaze, glare, gleam, irradiate, shine, celebrant, hallow, sanctify, solemnize
φωτίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: iluminovat, objasnit, osvětlit, osvětlovat, osvítit, ozářit, posvítit, prosvítit, svítit, vysvětlit, hořet, vyleštit, zářit, zasvitnout, zazářit, oslavit, oslavovat, posvětit, slavit, světit
φωτίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: beleuchten, erheilen, glänzen, leuchten, scheinen, strahlen, feiern, festlich, heiligen, weihen
φωτίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: belyse, oplyse, glans, glimre, glinse, lys, lyse, prange, skinne
φωτίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: alumbrar, esclarecer, iluminar, brillar, lucir, celebrar, santificar
φωτίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: éclairer, ensoleiller, illuminer, brille, briller, lamper, luire, reluire, bénir, célébrer, fêter, sanctifier, solenniser
φωτίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: illuminare, rischiarare, brillare, luccicare, rilucere, risplendere, splendere, benedire, santificare
φωτίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: belyse, lyse, glans, glimre, glinse, lysa, prange, skinne, feire, helga
φωτίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: иллюминировать, освещать, светить, сиять, освящать
φωτίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: belysa, upplysa, glans, glins, lysa, skina, helga
φωτίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ndriçoj, shkëlqej
φωτίζω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: асвятляць, асвячаць
φωτίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: valgustama, läikima, pühitsema
φωτίζω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: valistaa, helottaa, hohtaa, kiiltää, kiilua, kumottaa, kuumottaa, loistaa, paistaa
φωτίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: megvilágít, világítani
φωτίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: esclarecer, iluminar, brilhar, luzir, santificar
φωτίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: випромінюйте, висвітлити, висвітлювати, вогник, запалити, запалювати, засвітити, лампа, легкий, ліхтар, опромінювати, освітити, освітліть, освітлювати, світильник, світлий, світло, благословити, благословіть, благословляти, освятіть, освячувати, святіть
φωτίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: oświetlać, świecić
φωτίζω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

φωνάζω συνώνυμα, φωτίζω συνώνυμα