lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: φωνάζω

Λεξικό: αγγλικά φωνάζω
Μεταφράσεις: cry, honk, hoot, rant, scream, shout, shriek, squall, squawk, squeak, whoop, yell, bawl, holler, yawp, yowl, ejaculate, exclaim
φωνάζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: houkat, hulákat, křičet, kvičet, pištět, pokřikovat, řvát, skřípat, volat, vřeštět, vřískat, vrzat, vykřiknout, vykřikovat, zakřičet, bučet
φωνάζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: brüllen, heulen, schreien, kreischen, ausrufen
φωνάζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: råbe, skrige, brøle, rosa
φωνάζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: chillar, clamar, gritar, ulular, vocear, vociferar, alarido, aullar, exclamar
φωνάζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: brailler, cacaber, carcailler, clamer, crier, huer, hululer, hurler, récrier, vociférer, beugler, criailler, gueuler, piailler, piauler, tempêter, exclamer
φωνάζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: alzare, gridare, sbraitare, sgridare, stridere, strillare, urlare, vociare, esclamare
φωνάζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ropa, rope, skreia, skrika, skrike, brøle
φωνάζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вопить, галдеть, кричать, верещать, орать, восклицать, вскрикивать, выкрикивать
φωνάζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ropa, skria, skrika
φωνάζω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: гукаць, зваць, клікаць, падзываць, выгукваць, усклікаць
φωνάζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: hüüdma, karjuma
φωνάζω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: älähtää, hihkua, hoilottaa, karjua, kiljua, kirkua
φωνάζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kiabálni, kiáltozni, ordít, sikoly, ordítani, üvölteni
φωνάζω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: rėkti, šaukti
φωνάζω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: bradar, bramar, clamar, gritar, rebuçar, rugir, ulular, alarido, berrar, vociferar, exclamar
φωνάζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: kričať
φωνάζω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бум, гримати, гриміти, гудіти, гукати, гул, густи, кричати, кухлик, улюлюкання, вигукніть, викликувати
φωνάζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: krzyczeć, wrzeszczeć, wykrzykiwać
φωνάζω στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: bërtas, thërras
φωνάζω στα αλβανικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: kričati
φωνάζω στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

φωνάζω συνώνυμα, φωνάζω στο παιδί μου, φωνάζω ονειροκρίτης, φωνάζω στα αγγλικά, το φωνάζω, στο φωνάζω