lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: φυλακισμένος

Λεξικό: αγγλικά φυλακισμένος
Μεταφράσεις: captive, prisoner, convict, inmate
φυλακισμένος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: vězeň, zajatec, zajatý
φυλακισμένος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gefangene, gefangener, häftling, sträfling
φυλακισμένος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fange
φυλακισμένος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cautivo, preso, prisionero, rehén, detenido, presidiario, recluso
φυλακισμένος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: captif, prisonnier, détenu
φυλακισμένος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: prigioniero, carcerato, detenuto, recluso
φυλακισμένος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fange
φυλακισμένος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: пленная, пленник, пленный, заключенный
φυλακισμένος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: fånge
φυλακισμένος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: палонны
φυλακισμένος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: vang
φυλακισμένος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: vanki, rangaistusvanki
φυλακισμένος στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fogoly, rab, fegyenc
φυλακισμένος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: belaisvis, kalinys
φυλακισμένος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: preso, prisioneiro, recluso
φυλακισμένος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: prizonier
φυλακισμένος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: väzeň
φυλακισμένος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: полонений
φυλακισμένος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: jeniec, więzień
φυλακισμένος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

φυλακισμένος της διπλανής πόρτας, φυλακισμένος άφησε εγκύους τέσσερις δεσμοφύλακες, φυλακισμένος της διπλανής πόρτας θεσσαλονικη, φυλακισμένοσ κόσμοσ, ονειροκρίτης φυλακισμένος, ο φυλακισμένος