lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: φυλακίζω

Λεξικό: αγγλικά φυλακίζω
Μεταφράσεις: confine, immure, imprison, incarcerate, jail, prisoner
φυλακίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: spoutat, uvěznit, věznit, zavřít, upoutat
φυλακίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: einkerkern, einsperren, festnehmen, festsetzen, verhaften
φυλακίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: arrester, fængsle
φυλακίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: encarcelar, encerrar, prender, recluir, aprisionar
φυλακίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: capturer, claquemurer, écrouer, embastiller, emprisonner, incarcérer, séquestrer, captiver, coffrer, détenir
φυλακίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: carcerare, imprigionare
φυλακίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: arrester, innesperre, fengsle
φυλακίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: заточать, неволить
φυλακίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: arrestera
φυλακίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: vangita
φυλακίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: utamničiti, zatvoriti
φυλακίζω στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aprisionar, refluir
φυλακίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: uwięzić, więzić
φυλακίζω στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bebörtönöz
φυλακίζω στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

φυλακίζω συνωνυμα, φυλακίζω αγγλικα