lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: φτωχός

Λεξικό: αγγλικά φτωχός
Μεταφράσεις: bounce, impecunious, indigent, penurious, poor, wretched, fine, fine-spun, flimsy, reedy, slender, slim, tenuous, thin, thinnest, wispy, cheap, footy, measly, miserable, neap, palsy, paltry, poky, ropy, shabby, tinny, abject, abjectness, beggarly, dismal, gaunt, lousy, mean, miserly, nonporous, piteous, pitiable, pitiful, ragged, scummy, scurry, seedy, slink, sorrowful, squalid, hungry, meagre, pauper, scanty
φτωχός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bídný, nebohý, nemajetný, nešťastný, nuzák, nuzný, potřebný, ubohý, hezký, hubený, jemně, jemný, konec, krásný, libový, malý, nepatrný, pěkný, povrchní, ryzí, slabý, štíhlý, tenký, ušlechtilý, útlý, mizerný, mrzácký, nevalný, nízký, podlý, podřadný, průměrný, špatný, ubohoučký, žalostný, chatrný, lakomý, malicherný, skoupý, truchlivý, všivý, zarmoucený, chudák, chuďas, ubožák
φτωχός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: arm, armselig, bedauernswert, bedürftig, dürftig, elend, erbärmlich, jämmerlich, schlecht, dünn, dünnen, fein, mager, schön, spitz, zart, billig, kümmerlich, mies, mittelmäßig, nichtig, niedrig, ärmlich, beklagenswert, kläglich, lumpig, miserabel, schäbig, traurig, unglücklich, bescheiden, unvermögend
φτωχός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: arm, elendig, fattig, kummerlig, ringe, skral, ussel, fin, mager, pen, skøn, slank, smal, smuk, sparsom, spinkel, spredt, tynd, vakker, bedrøvet, skarve, slette, dårlig, lumpen, nedrig, ulykkelig, ynkelig, ubemidlet
φτωχός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: apurado, chato, desacomodado, descalzo, indigente, menesteroso, mezquino, miserable, necesitado, pobre, triste, aguado, bonito, delgado, delicado, escaso, escurrido, fino, flaco, leve, ralo, sutil, tenue, mediano, mediocre, vil, desdichado, desgraciado, innoble, lamentable, piojoso, mendigo, parco
φτωχός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: besogneux, indigent, misérable, miséreux, nécessiteux, panne, pauvre, beau, clairet, clairsemé, délié, effilé, fin, gracile, grêle, léger, maigre, menu, mince, ténu, fichu, liche, médiocre, piètre, triste, vain, vil, vulnérable, chétif, malheureux, mesquin, minable, miteux, pitoyable, pouilleux
φτωχός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: indigente, miserabile, misero, povero, scarso, sciagurato, squallido, esile, fine, fino, leggero, lieve, magro, rado, scarno, sottile, tenue, mediocre, compassionevole, disgraziato, infelice, meschino, pietoso
φτωχός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: arm, elendig, fattig, kummerlig, påver, ringe, skral, ussel, fin, flat, pen, skjønn, skrinn, slank, smal, spenslig, spinkel, tunn, tynn, vakker, skarve, slett, dårlig, lumpen, nedrig, stakkars, ulykkelig, undermålig, ynkelig, knapp, ubemidlet
φτωχός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: беден, бедный, жалкий, несчастный, нуждающийся, мелкий, прекрасный, тонкий, тонок, вшивый, печальный, нищий, убог, убогий
φτωχός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: arm, behövande, eländig, erbarmlig, fattig, påver, skral, stackars, smäcker, smal, smärt, spenslig, tunn, rörande, lumpen, nedrig, torftig, undermålig, usel, ynklig, knapp
φτωχός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: бедны, небарака, няшчасны, далікатны, лёгкi, тонкi, тонкі, убогі
φτωχός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: vaene, õhuke, peen, sale, haletsusväärne
φτωχός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: huono, kehno, köyhä, kurja, pahainen, parka, harva, hieno, hintelä, hoikka, ihana, kaunis, laiha, murheellinen, säälittävä, synkkä, säästeliäs
φτωχός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: siromašan, mršav, tanak, nesretan, tužan
φτωχός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: szegény, vékony, hitvány, silány, vacak, ágrólszakadt, könyörületes, nyomorúságos, szomorú, nincstelen, szegényes
φτωχός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: nelaimingas, skurdus, vargšas, lieknas, plonas, puikus, retas, skystas, smulkus, subtilus, liūdnas
φτωχός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: coitado, indigente, infeliz, infortunado, lastimável, miserável, pobre, triste, aguado, belo, bonito, delgado, delicado, esquisito, fino, flanco, formoso, grácil, leve, magro, refinado, mediano, vil, miserações, piloso, desvalido, parco
φτωχός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: ubog
φτωχός στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: барель, безгрошовий, безталанний, бідний, каблук, мізерний, нахил, нахилитися, нахилятися, нужденний, покірний, притулити, притулитися, притуляти, притулятися, скромний, худий, акуратний, витончений, вишуканий, волокнистий, гарний, гарно, гнучкий, гострий, делікатний, доладний, дрібний, красивий, крихкий, лагідний, ламкий, маленький, малий, милий, невеликий, незначний, павукоподібний, пеня, прекрасний, прекрасно, приємний, ретельний, різкий, розбірливий, силогізм, сильний, симпатичний, слабкий, стрункий, тактовний, тонкий, туманний, чудово, штраф, штрафувати, жалкий, вбогий, занедбаний, зубожілий, коростявий, лисий, нещасний, ношений, обшарпаний, огидний, убогий
φτωχός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: biedny, cienki, marny, nędzny, ubogi
φτωχός στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: bukur, hollë
φτωχός στα αλβανικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: mizerný
φτωχός στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

φτωχός συνώνυμα, φτωχός εκατομμυριούχος, φτωχός αλλά τίμιος, φτωχός εκατομμυριούχος (1965), φτωχός πλην τίμιος, φτωχός άγιος, φτωχόσ μπαμπάσ πλούσιοσ μπαμπάσ, φτωχός συνώνυμο, φτωχός και μόνος καουμπόι - κηλαηδόνης, φτωχός και μόνος καουμπόι