lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: φτωχαίνω

Λεξικό: αγγλικά φτωχαίνω
Μεταφράσεις: emaciate, emaciated, impoverish, sterilise, sterilize, pauperize, straiten
φτωχαίνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: ochudit, ožebračit, sterilizovat, vysušit, zbídačit
φτωχαίνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: sterilisieren
φτωχαίνω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: empobrecer, esterilizar, yermar
φτωχαίνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: appauvrir, aseptiser, dessécher, effriter, stériliser
φτωχαίνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: disinfettare, impoverire
φτωχαίνω στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: истощать
φτωχαίνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: pastörisera, sterilisera
φτωχαίνω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: знясільваць, спусташаць, спустошваць
φτωχαίνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: köyhdyttää
φτωχαίνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: empobrecer, esterilizar
φτωχαίνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вимочіть, виснажити, виснажте, виснажувати, витратити, витратьте, витрачати, витягувати, вішалка, голодувати, креслити, малювати, накреслити, намалювати, натягати, натягнути, натягувати, ослабити, ослабляти, підірвати, підривати, підставка, полиця, послабити, послаблювати, притягати, притягнути, притягти, притягувати, провести, проводити, сік, стелаж, тяга, тягнути
φτωχαίνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: wyjaławiać, zubożać, zubożyć
φτωχαίνω στα πολωνική »