lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: φτιάχνω

Λεξικό: αγγλικά φτιάχνω
Μεταφράσεις: amend, fix, mend, patch, rectify, redress, refit, remedy, repair, retrieve, undeceive, adjust, arrange, ascertain, assign, determine, establish, predetermine, set, solidify, state, steady, stipulate
φτιάχνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: látat, nahradit, napravit, obnovit, opravit, opravovat, slátat, spravit, spravovat, upravit, vyspravit, zašít, fixovat, potvrdit, připevnit, připravit, rozhodnout, rozhodovat, stanovit, stavět, upevnit, upírat, upoutat, upřít, určit, určovat, usadit, ustálit, ustalovat, ustanovit, utkvět, vybudovat, zakládat, založit, zaopatřit, zařídit, zařizovat, zavést, zjistit, zřídit
φτιάχνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ausbessern, reparieren, wiedergutmachen, wiederherstellen, abmachen, ausmachen, befestigen, begründen, bestimmen, ermitteln, festsetzen, fixieren, stabilisieren
φτιάχνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: flikke, reparere, rette, befæste, bestemme, fastslå
φτιάχνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: arreglar, componer, enmendar, rehacer, remendar, reparar, zurcir, acordar, concertar, convenir, determinar, edificar, establecer, fijar
φτιάχνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: caréner, compenser, corriger, dépanner, raccommoder, raccoutrer, radouber, rafistoler, rajuster, ramender, rapiécer, régénérer, rempiéter, réparer, repiquer, repriser, retaper, rhabiller, avérer, bâtir, combiner, déterminer, établir, fixer, ramener, repérer, stabiliser
φτιάχνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: accomodare, aggiustare, correggere, emendare, rammendare, rattoppare, rimediare, riparare, combinare, determinare, fissare, fondare, stabilire
φτιάχνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: flikke, laga, reparere, rette, bestemme, fastslå
φτιάχνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: исправлять, налаживать, ремонтировать, чинить, обусловливать, определять, уплотнять, устанавливать
φτιάχνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: laga, reparera, bestämma
φτιάχνω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: arnoj
φτιάχνω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: выконваць, выпраўляць, правіць, рамантаваць, вызначаць, ставіць, устанаўліваць
φτιάχνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: paikama, tuvastama
φτιάχνω στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: popraviti, uspostaviti
φτιάχνω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: javít, javítani, kijavítani, megállapítani, megszabni
φτιάχνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: consertar, moralizar, remendar, reparar, restaurar, acordar, definir, designar, determinar, edificar, fixar, instaurar, instituir
φτιάχνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: popraviti
φτιάχνω στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: більша, вилікувати, виправити, виправитися, виправить, виправляти, випрямляти, вирівнювати, вирівнюватися, вирівняти, вирівнятися, відновити, відновлення, відновлювати, відремонтувати, вірний, вірно, зовсім, карати, коректувати, краща, краще, кращий, лагодження, лагодити, лікування, лікувати, ліпший, направо, переробіть, повністю, покарати, покращтеся, полагодити, поправити, поправляти, правий, правильний, правильно, право, прямий, прямо, ремонт, ремонтний, ремонтувати, справедливий, справедливо, видобувати, видобути, визначати, визначити, визначте, вирішити, вирішувати, вишикувати, вишикуватися, виявити, виявіть, виявляти, вказати, вказувати, влаштовувати, влаштовуватися, влаштувати, врегулювати, встановити, встановіть, встановлювати, встановляти, генеалогія, гідний, гора, держава, державний, завод, засновувати, затвердити, заявити, заявляти, здатний, зморшка, знаходження, колія, конкретизуйте, констатувати, курс, лінія, міра, монтувати, налагодити, насадження, норма, обрис, оселити, оселитися, оселіться, оселяти, оселятися, оцінити, оцінювати, передбачати, передбачити, підійматися, піднятися, підходити, погоджувати, погодити, посадити, потужність, придатний, припадок, пристосуйте, пропорція, регулювати, регулюватися, риска, розглядати, розглянути, розцінка, рослина, ряд, саджати, садити, ставка, стан, стверджувати, ступінь, сформулювати, сходити, тариф, твердити, тягнутися, улагоджувати, улагодити, упорядковувати, установлювати, уточнити, уточнювати, уточняти, формулювати, ціна, черга, швидкість, штат
φτιάχνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: naprawiać, ustalać
φτιάχνω στα πολωνική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: asettaa, kiinnittää, määrätä, määritellä, perustaa
φτιάχνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: opraviť
φτιάχνω στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

φτιάχνω μόνος μου, φτιάχνω γιαούρτι, φτιάχνω σαπούνι, φτιάχνω μόνος μου καλλυντικά, φτιάχνω τυρί, φτιάχνω μάρτη, φτιάχνω κεραλοιφή, φτιάχνω σαπούνι μόνος μου, φτιάχνω προζύμι, φτιάχνω γραβιέρα