lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: φτερό

Λεξικό: αγγλικά φτερό
Μεταφράσεις: awl, fender, mudguard, mud-guard, splashboard, splash-board, wing, winging, blade
φτερό στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: blatník, křídlo, peruť, trakt, lopatka
φτερό στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: fittich, flügel, kotflügel, schutzblech, blatt, schaufel
φτερό στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: flygel, vinge, eskadrer, flanke
φτερό στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ala, alero, aleta, guardabarros, batiente, flanco
φτερό στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aile, garde-boue, pare-boue, pale, vantail
φτερό στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ala, parafango
φτερό στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: flygel, skvettlapp, vinge, brem, eskadrer, flanke, fløy
φτερό στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: крыло, створка
φτερό στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: eskader, flygel, vinge
φτερό στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fletë, krah
φτερό στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: крило
φτερό στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: крыло, палавінка, створка, фортка
φτερό στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: porilaud
φτερό στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: siipi, lapa
φτερό στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: krilo
φτερό στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: sárhányó, ajtószárny, szárny
φτερό στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: priestatas, sparnas
φτερό στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: ala, aleta, asa, aspa
φτερό στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: aripă
φτερό στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: blatník, krídlo
φτερό στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: анексувати, бік, болільник, вентилятор, вимпел, віяло, вручати, вручити, крило, лезо, летіти, літак, літати, луска, муха, обмахувати, обмахуватися, передати, пілотувати, плаский, плоский, площина, подати, полетіти, політ, поспішати, приєднати, приєднувати, пролетіти, проноситись, рука, ручний, травинка, уболівальник, фланг, флюгер, додаток, клапан, клинок, стулка
φτερό στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: błotnik, skrzydło
φτερό στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

φτερό στον άνεμο γυναίκας μοιάζει, φτερό στον άνεμο, φτερό μετς, φτερό μίξερ, φτερό αυτοκινήτου, φτερό μάρκου μουσούρου, φτερό αυτοκινήτου αγγλικά, φτερό του καρχαρία, φτερό ποδηλάτου, φτερό παγωνιού