lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: φορτίο

Λεξικό: αγγλικά φορτίο
Μεταφράσεις: burden, burthen, load, weight, charge, clod, gravity, harder, onus, tax, termination, weightiness, freight, aggravation, cumber, cumbrance, duty, encumbrance, handicap, liability, loading, strain, workload, bootstrap, cargo, lading, payload, shipment
φορτίο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: břemeno, náboj, náklad, nálož, zátěž, důležitost, hmotnost, koule, povinnost, služba, útok, váha, vsázka, závaží, dovozné, funkce, nabíjení, nakládání, nakládka, naložení, tíže, zatížení, zhoršení, zostření, ztížení
φορτίο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: belastung, bürde, joch, ladung, last, nutzlast, amt, anziehungskraft, gewicht, gewichtigkeit, gravitation, schwerkraft, tracht, wucht, fracht, inanspruchnahme, frachtgut, schiffsfracht, wagenheber
φορτίο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bør, byrde, ladning, læs, last, tyngde, tyngdekraft, vægt, vakt, ballast, belastning, patron
φορτίο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: carga, cargo, gravamen, atracción, gravedad, pesadez, peso, cargamento, flete
φορτίο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: brassée, charge, faix, fardeau, jointée, densité, pesant, pesanteur, poids, affrètement, cargaison, frais, fret, aggravation, appesantissement, chargement, ânée, navée, pacotille
φορτίο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: aggravio, carica, carico, fardello, onere, soma, gravità, pesantezza, peso, addebito, peggioramento
φορτίο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bør, byrde, last, brøda, tyngd, tyngde, tyngdekraft, vekt, vikt, frakt, ballast, belastning, ladning, lass, patron
φορτίο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: бремя, груз, ноша, вес, тягость, тягота, тяготение, тяжесть, фрахт, нагрузка, обременение, обременительность, отягощение, утяжеление, заряд, кладь, толовый
φορτίο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bör, börda, last, tyngd, tyngde, vekt, vikt, frakt, ballast, barlast, belastning, laddning, lass, patron
φορτίο στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ngarkesë
φορτίο στα αλβανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: koorem, last
φορτίο στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kuorma, lasti, paino, taakka, lataus, luoti, punnus, velvollisuus, rahti
φορτίο στα φινλανδικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: krova, krovinys, našta, gravitacija, krūvis, svoris, trauka
φορτίο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: carga, cargo, gravarei, gravidade, gravitação, peso, lastre
φορτίο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: záťaž
φορτίο στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: brzemię, ciężar, fracht, obciążenie, ładunek
φορτίο στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: данък, налог, тегло
φορτίο στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: цяжар, цяжкасць, фрахт, груз
φορτίο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: súly, megterhelés, rakodás, súlyosbítás, rakomány
φορτίο στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: teža
φορτίο στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: авторитет, вага, вагу, важкість, ведмідь, витримати, витримувати, відання, влада, гравітація, заряд, нести, носити, перенести, переносити, повноваження, родити, спекулянт, тягар, тяжкість, уродити, навантажування, фрахт, вантаж, вантаження, вантажний, відправлення, завантаження, зважування, клунок, коносамент, навантаження, перевезення, перевозка, складання, фрахтовий, фрахтування
φορτίο στα ουκρανικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: obligaţie, sarcină
φορτίο στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

φορτίο πρωτονίου, φορτίο ηλεκτρονίου, φορτίο χιονιού, φορτίο 200, φορτίο 200 (α τηλεοπτική μετάδοση) - απαγορευμένη ζώνη, φορτίο ανεμου, φορτίο q, φορτίο πλάκασ, φορτίο τοιχοποιίας, φορτίο συνώνυμο