lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: φορτίζω

Λεξικό: αγγλικά φορτίζω
Μεταφράσεις: alight, disembark, land, load, aggravate, charge, debit, handicap, reload
φορτίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: přistát, přistávat, vylodit, vystoupit, vystupovat, nabíjet, nabít, nakládat, naložit, naplnit, obtížit, obvinit, obžalovat, pověřit, přitížit, vinit, zahrnout, zatížit, zaútočit, zhoršit, ztížit, nastoupit
φορτίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: landen, aufladen, beladen, belasten, beschuldigen, beschweren, laden, verschlimmern, geladen, verladen
φορτίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fange, lande, anklage, belaste, laste, tynge
φορτίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aterrizar, desembarcar, acusar, agravarse, cargar, encargar
φορτίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: accoster, atterrir, débarquer, terrir, accabler, accuser, aggraver, alourdir, charger, grever, embarquer
φορτίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: approdare, atterrare, sbarcare, addebitare, aggravare, appesantire, caricare, gravare, imputare, incaricare, peggiorare, tacciare
φορτίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: lande, anklage, belasta, belaste, forverre, laste, lesse, tynge, lassa
φορτίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: приземлять, заряжать, нагружать, обременять, отягощать, загрузить, зарядить, погрузить
φορτίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: zbres, acaroj
φορτίζω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: зараджаць, набіваць
φορτίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: laskeutua, ladata, pahentaa, raskauttaa, syyttää
φορτίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kikötni, feltölt, rakni, rakodni, megterhelni, berak
φορτίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aterrar, desembarcar, carga, carregar, embarcar, incumbir, acusar, agravar, agravares
φορτίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: ateriza, agrava
φορτίζω στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: видаток, головний, заряд, заряджати, заряджений, звинуватити, звинувачення, звинувачувати, найкращий, обвинувачення, первинний, первісний, перший, постріл, початковий, призначати, призначити, рука, стрілець, ціна
φορτίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: lądować, obciążać, załadować
φορτίζω στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: belasta, betunga, lassa
φορτίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: opteretiti
φορτίζω στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

φορτίζω αγγλικά