lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: φοβισμένος

Λεξικό: αγγλικά φοβισμένος
Μεταφράσεις: apprehensive, bashful, diffident, fainthearted, faint-hearted, fearful, pigeon-hearted, scary, shamefaced, sheepish, shy, timid, timorous, white-livered, pusillanimous
φοβισμένος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bázlivý, bojácný, lekavý, nesmělý, ostýchavý, plachý, stydlivý, ulekaný, ustrašený, úzkostlivý
φοβισμένος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ängstlich, furchtsam, scheu, schüchtern, zaghaft
φοβισμένος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bange, genert, sky
φοβισμένος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cobarde, miedoso, pusilánime, temeroso, tímido, espantadizo
φοβισμένος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: appréhensif, craintif, peureux, timide, méticuleux, ombrageux, traqueur
φοβισμένος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: pauroso, pavido, ritroso, timido, timoroso
φοβισμένος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: blyg, engstelig, feig, fryktsom, redd, sjenert
φοβισμένος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: боязлив, боязливый, застенчивый, опасающийся, пуглив, пугливый, робкий
φοβισμένος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: rädd
φοβισμένος στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: arglik
φοβισμένος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: arka, kaino, pelokas, ujo, vauhko
φοβισμένος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: plašljiv
φοβισμένος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bátortalan, félénk
φοβισμένος στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: cobarde, temeroso, tímido, timorato, apoiado, esquivo, medroso, zoo
φοβισμένος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: bojaźliwy, lękliwy
φοβισμένος στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: баязлівы, нясмелы
φοβισμένος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: баран, барани, боязкий, вівці, вівця, жахливий, мишачий, полохливий, придуркуватий, соромливий, страшний, схвильований, тремтячий
φοβισμένος στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

φοβισμένος σκύλος, φοβισμένος συνώνυμα, φοβισμένος μεταφραση