lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: φλογερός

Λεξικό: αγγλικά φλογερός
Μεταφράσεις: alight, ardent, assiduous, avid, devout, eager, earnest, fervid, keen, strenuous, warm, zealous, zealousness, ablaze, fiery, girasol, mettlesome, spitfire, fervent, impassioned
φλογερός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dychtivý, horlivý, lačný, nenasytný, neúnavný, pilný, planoucí, přičinlivý, usilovný, vášnivý, vroucný, vytrvalý, žádostivý, zanícený, žhavý, žhoucí, hořící, vznětlivý
φλογερός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: begierig, eifrig, emsig, gierig, leidenschaftlich, strebsam, feurig, glühend, inbrünstig, läufig
φλογερός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: flittig, ivrig, fyrig
φλογερός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ardiente, ávido, celoso, ferviente, fervoroso, brioso, caliente, encendido, fogoso, vehemente
φλογερός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: ardent, assidu, avide, fervent, studieux, zélé, brûlage, endiablé, plein
φλογερός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ardente, avido, diligente, zelante, fervido
φλογερός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: begjærlig, flittig, ivrig, nidkjær, fyrig, ildfull
φλογερός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: алчный, горячий, истовый, прилежный, ревностен, ревностный, рьян, рьяный, усерден, усердный, огненный, беззаветный, страстный
φλογερός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: eldig, ivrig, nitisk, fyrig
φλογερός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дбайны, заўзяты, руплівы, старанны, шчыры, агнявы, огненный, гарачы, моцны
φλογερός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ahkera, ahnas, ahne, harras, innokas, intomielinen, kiihkeä, lämmin, perso
φλογερός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: usijan
φλογερός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: buzgó, törekvő
φλογερός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: karštas
φλογερός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acérrimo, aplicado, ávido, cobiçoso, diligente, esmerado, fervoroso, sedento, sequioso, solícito, brioso, fogoso, saliente, veemente
φλογερός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: aprins, avid
φλογερός στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: horlivý
φλογερός στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: завзятий, запопадливий, ревний, ретельний, старанний, щедрий, вогненний, зловісний, огненний, буйний, гарячий, жагливий, жагучий, жаркий, насильний, насильницький, палкий, пекучий, пристрасний, сильний, страсний
φλογερός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: gorliwy, ognisty, żarliwy
φλογερός στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: innukas
φλογερός στα εσθονική »

Σχετικές λέξεις

φλογερός συνώνυμα