lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: φιλικός

Λεξικό: αγγλικά φιλικός
Μεταφράσεις: chummy, collegial, friendly, agreeable, amiable, bland, boon, comely, complaisant, cosy, custard, dear, engaging, enjoyable, genial, gentle, good, goodly, kind, likable, likeable, lovable, lovely, mellow, mild, neat, nice, pleasant, pleasing, pleasurable, prepossessing, snug, sweet, yam, amicable, arbitral, arbitrational, befriend, befriended, friendliest, sociable, affable, neighbourly, accommodating, considerate, courteous, gallant, good-natured, kindly, officious, polite, suave, unprecedented, urbane
φιλικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kamarádský, kolegiální, přátelský, dobrý, draho, drahý, draze, hodný, jemný, lahodný, laskavý, líbezný, líbivý, libý, miláček, milovaný, milý, mírný, něžný, ochotný, pěkný, povlovný, příjemný, přívětivý, půvabný, roztomilý, sladký, slušný, sympatický, úslužný, veselý, vlídný, zábavný, arbitrážní, rozhodčí, družný, příznivý, ctitel, dvorný, galantní, milenec, milovník, pozorný, statečný, uhlazený, zdvořilý
φιλικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: freundlich, kameradschaftlich, kollegial, angenehm, ansprechend, behaglich, gefällig, gemütlich, heimlich, herzig, hold, kostspielig, lieb, liebenswert, liebenswürdig, nett, süß, teuer, traulich, traut, wert, willkommen, gütlich, freundschaftlich, wohlwollend, aufmerksam, entgegenkommend, galant, höflich, kulant, verbindlich, zuvorkommend
φιλικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: venlig, behagelig, blid, dejlig, dyr, elskelig, elskværdig, fin, flink, fortryllende, god, hyggelig, kær, kære, kostbar, liflig, mild, nydelig, pen, rar, sød, sort, værdifuld, yndig, kærlig, artig, forekommende, galant, godmodig, høflig
φιλικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: amigable, amistoso, afable, agradable, amable, ameno, bondadoso, bonito, cariño, cariñoso, caro, costoso, dulce, gentil, grato, gustoso, majo, placentero, simpático, suave, tratable, amigo, benévolo, cordial, atento, caballeroso, civil, comedido, complaciente, cortés, cortesano, galante, lucido, oficioso, urbano
φιλικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: amical, confraternel, agréable, aimable, amène, amiable, avenant, cher, doux, gentil, mignon, plaisant, prévenant, revenant, suave, arbitral, bienveillant, accort, affable, attentionné, civil, complaisant, courtois, galant, gracieux, honnête, liant, obligeant, poli
φιλικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: amichevole, amabile, ameno, benevolo, blando, carino, caro, cortese, costoso, diletto, garbato, gentile, gradevole, lieve, mite, piacevole, simpatico, soave, affabile, educato, galante
φιλικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: kameratslig, vennlig, vennskapelig, behagelig, behaglig, blid, dyr, elskelig, elskverdig, fin, god, hyggelig, kjær, koselig, kostbar, mild, nett, nydelig, pen, rar, snill, sort, søt, trevlig, yndig, kjærlig, artig, forekommende, galant, godmodig, høflig, imøtekommende, kjekk
φιλικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: дружеский, товарищеский, добрый, дорогой, дорогостоящий, любезный, миловидный, милый, приятный, сладкий, полюбовный, третейский, приятельский, дружелюбен, дружелюбный, дружествен, дружественный, вежлив, вежливый, галантный, любезен, обходителен, обходительный, обязывающий, почтителен, почтительный, учтив, учтивый
φιλικός στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: сяброўскі, каханы, любы, мілы, палюбоўны, дружалюбны, прыязны, далікатны, ласкавы, пачцівы
φιλικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ystävällinen, armas, hauska, herttainen, kallis, kiltti, kulta, lempeä, makea, miellyttävä, mukava, soma, viihtyisä, avulias, huomaavainen, kohtelias
φιλικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: baráti, kartársi, barátságos, drága, enyhe, szelíd, előzékeny, gáláns, lovagias, szívélyes, udvarias
φιλικός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: draugiškas, brangus, gražus, malonus, mandagus, mielas, puikus, saldus
φιλικός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: amigável, amistoso, afável, agradasse, agradável, amarele, amável, ameno, aprazível, bondoso, bonito, brando, caro, cativante, doce, fascinante, gentil, grato, meigo, querido, simpático, suave, amigo, atento, bondades, cavalheiro, comedido, cortês, deferente, galante, obsequioso, oficioso, polido, serviria, urbano
φιλικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: amical, agreabil, amabil, drag, scump, afabil
φιλικός στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: дружній, затишний, приязний, приятельський, товариський, акуратний, витончений, вишуканий, гарний, гарно, дорого, красивий, лагідний, приємний, ретельний, симпатичний, тактовний, хороший, полюбовний, дружний, офіціозний, білявий, ввічливий, вид, ґречний, громадянський, делікатний, добрий, доброзичливий, дружелюбний, значний, крихкий, ламкий, милий, неабиякий, непоганий, пильний, поштивий, прекрасний, пристосування, різновид, русявий, світлий, слабкий, сорт, справедливий, тип, уважний, увічливий, цивільний, чемний, чесний, чималий, ярмарок
φιλικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: koleżeński, miły, polubowny, przyjacielski, przyjazny, uprzejmy
φιλικός στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: älskvärd, angenäm, behaglig, fin, gemytlig, god, hygglig, kär, ljuv, rar, snäll, sort, trevlig, vacker, vänlig, vänskaplig, kärlig, artig, belevad, godmodig, hövlig
φιλικός στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ëmbël, shtrenjtë
φιλικός στα αλβανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kallis, kena, magus, meeldiv
φιλικός στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: drag, dražestan, lijep, ljubazan, mio, skup, sladak, ugodan, učtiv
φιλικός στα κροατικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: drag, prijeten, prijazen
φιλικός στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: slušný
φιλικός στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

φιλικός διακανονισμός, φιλικός διακανονισμός εταιρείες, φιλικός διακανονισμός εταιρείες 2014, φιλικός διακανονισμός έντυπο, φιλικός συνώνυμα, φιλικός συνώνυμο, φιλικός αγώνας παοκ