lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: φαρδύς

Λεξικό: αγγλικά φαρδύς
Μεταφράσεις: ample, baggy, big, broad, capacious, comprehensive, extensive, loose, roomy, spacious, vast, wide, expansive, flung, large, patulous, sweeping, all-embracing, pervasive, wider
φαρδύς στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dalekosáhlý, daleký, hojný, objemný, obsáhlý, obšírný, prostorný, prostranný, rozlehlý, rozměrný, rozsáhlý, rozšířený, široce, široký, širý, štědrý, velký, volně, zevrubný, značný, nesmírný, ohromný
φαρδύς στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ausführlich, ausgedehnt, breit, geräumig, groß, umfangreich, umfassend, weit, weitgehend, weitläufig
φαρδύς στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bred, løs, omfattende, sid, stor, udstrakt, vid
φαρδύς στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: amplio, ancho, anchuroso, capaz, comprensivo, espacioso, extenso, holgado, vasto, lato
φαρδύς στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: ample, compréhensif, étendu, large, spacieux, vaste, immense, panoramique, profond, évasé, fendu
φαρδύς στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ampio, aperto, esteso, largo, vasto, disteso, immenso, spazioso
φαρδύς στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bred, løs, omfattende, sid, veldig, vid, utstrakt, vidløftig
φαρδύς στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: масштабный, обширен, обширный, широкий, широк
φαρδύς στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: lös, omfattande, rymlig, utsträckt, väldig, vid, vidlyftig, vidsträckt, ymnig, bred
φαρδύς στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: голям
φαρδύς στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: вялізны, вялікі, шыпокi, шырокі
φαρδύς στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: lai
φαρδύς στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: aava, aukea, avara, ilmava, laaja, lakea, leveä
φαρδύς στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: prostoran, širok
φαρδύς στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kiterjedt, széles, tág, tágas, terjedelmes, bő
φαρδύς στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: amplio, amplo, capaz, espaçoso, extenso, gancho, largo, vasto, espantoso, lato
φαρδύς στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: larg
φαρδύς στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: širok
φαρδύς στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: багатотомний, бродячий, великий, вичерпний, всебічний, всеосяжний, довга, довгий, довго, довголітній, достатній, експансивний, місткий, обширний, повний, просторий, розширений, рясний, тривалий, широкий, далекосяжний, заповнений, легковажно, ситий, цілий, щедрий
φαρδύς στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: obszerny, rozległy, szeroki
φαρδύς στα πολωνική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: platus
φαρδύς στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: široký
φαρδύς στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

φαρδύς κλίση, φαρδύς πληθυντικός, φαρδύς κόλπος, φαρδύς πλατύς, φαρδύς συνώνυμα, νικόλαοσ φαρδύσ, ο φαρδύς