lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: φαινομενικά

Λεξικό: αγγλικά φαινομενικά
Μεταφράσεις: apparently, externally, ostensibly, outwardly, quasi, seemingly, conspicuously, noticeably, obviously, visibly
φαινομενικά στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: zdánlivě, patrně, samozřejmě, viditelně
φαινομενικά στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anscheinend, scheinbar, augenfällig, augenscheinlich, bemerkbar, ersichtlich, merklich, offenbar, sichtbar
φαινομενικά στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aparentemente, evidentemente
φαινομενικά στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: apparemment, spécieusement, évidemment, probablement, sensiblement, visiblement
φαινομενικά στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: evidentemente, ovviamente
φαινομενικά στα ιταλικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: látszólag, színleg, láthatóan, nyilvánvalóan
φαινομενικά στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aparentemente, evidentemente
φαινομενικά στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pozornie, widocznie
φαινομενικά στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: åbenlys, tydeligvis
φαινομενικά στα δανική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: åpenlys, tydeligvis
φαινομενικά στα νορβηγικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: luultavasti
φαινομενικά στα φινλανδικά »

Σχετικές λέξεις

φαινομενικά in english, φαινομενικά συνώνυμο, φαινομενικά λεξικό, φαινομενικά συνώνυμα, φαινομενικά αγγλικα