lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: φαίνομαι

Λεξικό: αγγλικά φαίνομαι
Μεταφράσεις: apparition, look, appear, arise, arisen, arose, emerge, occur, reappear, show, demonstrate, exhibit, indicate, say, screen, air, appearance, aspect, complexion, design, outlook, peer, physique, port, rig, semaphore, shape, turnout, seem
φαίνομαι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: vypadat, vycházet, vyjít, vyvstat, vyvstávat, vzejít, demonstrovat, dokázat, dokazovat, indikovat, jevit, naznačit, naznačovat, předložit, předvést, projevit, prokázat, prokazovat, prozrazovat, udávat, ukázat, ukazovat, značit, znázornit, koukat, vystoupit, árie, aspekt, atmosféra, charakter, hledisko, kadlub, melodie, náhled, nápěv, názor, ovzduší, píseň, plán, podoba, pohled, postava, povětří, ráz, rozhled, stránka, tvar, tvářnost, úmysl, vítr, výhled, vyhlídka, výraz, vzduch, vzezření, vzhled, zdání, zevnějšek, zjev, zřetel, očekávat, připadat
φαίνομαι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aussehen, auftauchen, auftreten, erscheinen, aufkommen, beweisen, demonstrieren, präsentieren, vorlegen, vormachen, vorzeigen, zeigen, herauskommen, anblick, anschein, ansehen, ansicht, aussicht, blick, erscheinung, gestalt, luft, melodie, miene, weise, durchgesehen, entgegensehen, erwarten, hinaussehen
φαίνομαι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: se, anvise, demonstrere, forevise, fremture, syne, vise, fremgå, aspekt, blik, form, luft, melodi, mine, syn, udseende, visa, ytre, afvente, forvente
φαίνομαι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: parecer, aparecer, surgir, asomarse, demostrar, enseñar, exhibir, indicar, lucir, manifestar, mostrar, ostentar, presentar, salir, asomar, aire, apariencia, aspecto, cara, estampa, facha, fachada, físico, melodía, pinta, traza, vista, aguardar, aparentar, esperar, mirar
φαίνομαι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: paraître, apparaître, surgir, démontrer, exhiber, indiquer, montrer, apparaît, sortir, surgeon, transparaître", air, apparence, aspect, écorce, encolure, faciès, figure, forme, mine, physique, vue, attendre, sembler
φαίνομαι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: apparire, parere, sembrare, capitare, comparire, sorgere, comprovare, dimostrare, esibire, indicare, mostrare, presentare, uscire, apparenza, aria, aspetto, cera, figura, fisico, foggia, forma, motivo, parvenza, veduta, veste, vista, visuale, aspettare, attendere
φαίνομαι στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: наружность, доказывать, казать, показывать, обнаружить, показать, вид, воздух, мелодия, облик, появление, выглядеть, выглядывать, ждать, являть
φαίνομαι στα ρωσικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: näyttää, tuntua, esiintyä, ilmestyä, löytyä, osoittaa, todistaa, hahmo, ilma, ilme, kuvio, näköala, näkymä, ulkonäkö, odottaa
φαίνομαι στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: parecer, aparecer, surgir, assinalar, exibir, indicar, manifestar, mostrar, provar, aparência, ar, aspecto, cara, estampa, exterioridade, físico, forma, gesto, melodia, olhadela, perspectiva, porte, semblante, vento, vista, aguardar, aparentar, esperar, mirar
φαίνομαι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: aparycja, pojawiać, pokazywać, ukazać, ukazywać, wygląd, wyglądać, zjawiać
φαίνομαι στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ilmuma, osutama, õhk, välimus
φαίνομαι στα εσθονική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: előfordul, megjelenik, megjelenni, arckifejezés, arcszín, ária, kinézés, külső, megjelenés, megvilágítás, kinézni, feltűnni
φαίνομαι στα ουγγρική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: anvise, demonstrere, forevise, framføre, fremtre, oppvise, peke, syne, utpeke, vise, fremgå, utkomme, apparisjon, aspekt, fysikk, låt, luft, mine, oppsyn, se, sikte, utseende, utsikt, væra, visa, ytre, forvente, verka
φαίνομαι στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: skylta, vise, anvisa, anblick, apparition, aspekt, se, sikte, utseende, utsikt, vädra, visa, verka
φαίνομαι στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: выказваць, выяўляць, паказвацца, панаклікаць, праяўляць, выгледзець, выглядаць, нагледзець, чакаць
φαίνομαι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ведмідь, викривати, викрити, виникати, виступити, виявити, виявляти, відкривати, відкрити, відмітити, відмічати, влаштовувати, влаштувати, вмістити, вміщати, вміщувати, володіння, володіти, дарувати, дарунок, держати, доведіть, довести, доводити, доказати, доказувати, здаватися, казати, наказати, наказувати, написати, напишіть, нести, нинішній, носити, означити, опинитися, опинятися, оповідати, пер, передати, перенести, переносити, писати, подарувати, подарунок, позначати, показати, показувати, показуватись, показуватися, представити, представляти, презентувати, присутній, провести, проводити, прочитаний, прочитані, прочитати, родити, розказати, розказувати, розпізнавати, розповісти, скажіть, спекулянт, сучасний, теперішній, тлумачити, тримати, триматися, уродити, читати, витримати, витримувати, розпізнати, розповідати, аспект, бачення, брова, вигляд, вид, види, виставляння, виступ, експозиція, засіб, зір, зовнішність, краєвид, кругозір, метод, образ, опис, панорама, перспектива, пильність, поза, порода, породи, постава, поставити, поява, пояснення, режим, різновид, різноманітність, роди, розмаїтість, спосіб, ставити, схожість, фасон, виглядати, одяг, одягатися
φαίνομαι στα ουκρανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: атмосфера, вид, въздух, фигура
φαίνομαι στα βουλγαρικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: izgled
φαίνομαι στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: arija, išvaizda, melodija, oras, laukti
φαίνομαι στα λιθουανική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: aer, aspect, înfăţişare, aştepta
φαίνομαι στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: zrak
φαίνομαι στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: vzhľad
φαίνομαι στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

φαίνομαι κλίση, φαίνομαι συνώνυμο, φαίνομαι παράγωγα, φαίνεται συνώνυμα, φαίνομαι αρχικοί χρόνοι, φαίνομαι μικρότερη, φαίνομαι αρχαία, φαίνομαι στα αγγλικά, φαίνομαι conjugation, φαίνομαι ομόρριζα