lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: φήμη

Λεξικό: αγγλικά φήμη
Μεταφράσεις: canard, gossip, hearsay, rumour, untrue, whisper, smear, talk, renown, reputation, stature, fame, notability, notoriety, publicity, resonance, celebrity, glory, illustriousness, kudos, repute, stardom, vogue, conduct, lead, news, poop, tidings
φήμη στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kachna, klep, pověst, řeči, jméno, renomé, reputace, sláva, věhlas, čest, hvězda, popularita, dirigovat, dovést, novinka, řídit, spravovat, vést, vodit, zpráva, zvěst
φήμη στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ente, gerede, gerücht, klatsch, klatschgeschichte, sage, ehre, renommee, reputation, ruf, ruhm, aufsehen, berühmtheit, glorie, kunde, nachricht
φήμη στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: chisme, cotilleo, habladuría, ruido, rumor, voz, celebridad, fama, fragancia, nombradía, renombre, reputación, nombre, nota, gloria, capitanear, conducir, dirigir, llevar, novedad, nueva
φήμη στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bobard, bruit, canard, cancan, commérage, on-dit, potier, potin, racontar, ragot, redit, dit-on, hałas, ouï-dire, rumeur, notoriété, renom, renommée, réputation, célébrité, vogue, gloire, honneur, vedette, conduire, diriger, nouvelle
φήμη στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: diceria, pettegolezzo, voce, fama, nome, reputazione, vanto, celebrità, gloria, condurre, dirigere, guidare, indirizzare
φήμη στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: rykte, anse, berømmelse, renommé, ry, publisitet, æra, berøm, glorie, heder, bort, føre, lede, nyhet
φήμη στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: сплетня, молва, слух, реноме, слава, знаменитость, известность, огласка, везти, извещай, руководить
φήμη στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: skvaller, rykte, anse, renommé, publicitet, ära, beröm, gloria, namn, bort, nyhet
φήμη στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: слух, слава
φήμη στα βουλγαρικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: juoru, huhu, kuulopuhe, kuuluisuus, maine, kunnia, johtaa, ohjata, suunnata, uutinen
φήμη στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: pletyka, szóbeszéd, hír, híresztelés, dicsőség, hírnév, újság
φήμη στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: chiste, rumor, fama, glória, renome, reputação, reputaria, sombreada, celebridade, gloria, popularidade, capitanear, conduzir, dirigir, gerir, guiar, levar
φήμη στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: bârfă, zvon, celebritate, glorie
φήμη στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: fáma, sláva
φήμη στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: plotka, pogłoska, renoma, rozgłos, sława, wieść
φήμη στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: чутка, вядомасць, знакамітасць, слава, выдатнасць, славутасць, славуты
φήμη στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kuulujutt, kuulsus
φήμη στα εσθονική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вітер, вухо, вушко, завести, заводити, заслуховування, слух, слухання, шепіт, видатність, визначність, випуклість, відзнака, відзначати, відзначити, відмінність, відмітити, відмічати, відтиск, знак, знаменитість, марка, мітка, ознака, оцінка, позначати, позначення, позначити, позначка, покажчик, популярність, прикмета, різниця, розпізнання, слава, слід, штамп, блиск, висота, вогник, загальновідомість, запалити, запалювати, запах, засвітити, лев, легкий, освітити, пахощі, перевага, підвищення, розкіш, світлий, світло, вести
φήμη στα ουκρανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: anse, berømmelse, renommé, ry, rygte, æra, ære, berøm, glorie, hæder, heder, bort, føre, lede
φήμη στα δανική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: famë, lavdi
φήμη στα αλβανικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: slava, čast, upravljati, vijest
φήμη στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: šlovė, garbė, skatinti, vadovauti, vesti
φήμη στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

φήμη συνώνυμο, φήμη πατριάρχου ιεροσολύμων, φήμη και πελατεία, φήμη αρχιεπισκόπου, φήμη αναψυκτικά, φήμη πατριάρχου αλεξανδρείας, φήμη ή δόξα, φήμη ορισμός, φήμη αλίμου, φήμη πακ