lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: φέρνω

Λεξικό: αγγλικά φέρνω
Μεταφράσεις: avail, brine, bring, earn, fetch, get, yield, download, import, reduce
φέρνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: donášet, nést, přinášet, přinést, přivádět, přivést, přivézt, rodit, vynášet, vynést, dovážet, dovézt
φέρνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: beibringen, bringen, einbringen, eintragen, herbeiholen, herbringen, holen, überbringen, zubringen, abführen, beziehen, heranziehen, herbeischaffen, kommen, zuziehen
φέρνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bringe, frembringe, hente, indbringe, medføre
φέρνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aportar, coger, llevar, producir, traer
φέρνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: amener, apporte, apporter, porte, rapporter
φέρνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: apportare, portare, recare
φέρνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bringa, bringe, frembringe, hente, innbringe, medføre, yte
φέρνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: приносить, приношение, приводить, сводить
φέρνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: apportera, avhämta, bringa, hämta, medföra
φέρνω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: sjell
φέρνω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: прынасiць, прыводзіць
φέρνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tooma
φέρνω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: noutaa, tuoda, viedä
φέρνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: hoz, hozni, meghozni, elvezet
φέρνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aportar, elevar, trazer
φέρνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: aduce
φέρνω στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: prinesti
φέρνω στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: везти, возити, дайте, нести, носити, перевезти, перевозити, перенести, переносити, привезти, привести, приводити, привозити, принесіть, принести, приносити, вести, водити, встановити, закінчити, закінчитися, закінчувати, закінчуватися, здати, зменшити, зменшувати, керівництво, керувати, класти, наводити, повести, покладати, покласти, поміщений, понижати, понизити, поставити, призвести, припинити, припиніться, припиняти, притулити, притуляти, провести, проводити, проставити, свинець, свинцева, свинцевий, складати, скласти, скоротити, скорочувати, спрямовувати, спрямувати, ставити
φέρνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przynosić, przynoszenie, sprowadzać
φέρνω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

φέρει εις πέρας, φέρνω συνώνυμα, φέρνω εις πέρας αγγλικά, φέρνω σε επαφή, φέρνω σε δύσκολη θέση, φέρω σε πέρας, φέρνω στα γαλλικα, φέρνω στην επιφάνεια, φέρνω τα πάνω κάτω, φέρνω στα αγγλικα